
Στις 3 Νοεμβρίου, οι Αμερικανοί ψηφοφόροι δεν θα επιλέξουν νέο πρόεδρο. Θα αποφασίσουν, όμως, ποιο κόμμα θα ελέγχει το Κογκρέσο για τα επόμενα δύο χρόνια — και έτσι θα επηρεάσουν άμεσα τα περιθώρια πολιτικής δράσης του Ντόναλντ Τραμπ. Οι ενδιάμεσες εκλογές εξελίσσονται σε κρίσιμη δοκιμασία για τον Λευκό Οίκο, με την οικονομία, το κόστος ζωής και τη μεταναστευτική πολιτική να βρίσκονται στο επίκεντρο.
Τι ψηφίζουν οι Αμερικανοί
Οι ενδιάμεσες εκλογές πραγματοποιούνται στη μέση της τετραετούς προεδρικής θητείας. Στις 3 Νοεμβρίου 2026 ανανεώνονται όλες οι έδρες της Βουλής των Αντιπροσώπων και περίπου το ένα τρίτο της Γερουσίας. Παράλληλα, διεξάγονται εκλογές για κυβερνήτες και άλλες πολιτειακές θέσεις.
Οι Ρεπουμπλικάνοι ελέγχουν σήμερα και τα δύο σώματα του Κογκρέσου, αλλά με περιορισμένες πλειοψηφίες. Οι Δημοκρατικοί χρειάζονται καθαρό κέρδος τεσσάρων εδρών σε κάθε σώμα για να αποκτήσουν τον έλεγχό τους.
Η αλλαγή συσχετισμών δεν θα απομακρύνει τον Τραμπ από την προεδρία. Θα μπορούσε, ωστόσο, να δυσκολέψει την ψήφιση νόμων, τον προϋπολογισμό και την προώθηση των πολιτικών του προτεραιοτήτων.
Γιατί χαρακτηρίζονται «δημοψήφισμα» για τον Τραμπ
Το όνομα του προέδρου δεν βρίσκεται στο ψηφοδέλτιο, αλλά η πολιτική του αποτελεί κεντρικό θέμα της προεκλογικής αντιπαράθεσης. Οι ψηφοφόροι μπορούν να χρησιμοποιήσουν την ψήφο τους για να επιβραβεύσουν ή να αποδοκιμάσουν την πορεία της κυβέρνησης.
Ο ίδιος ο Τραμπ έχει βρεθεί στο επίκεντρο της εκστρατείας, καλώντας τους πολίτες να αντιμετωπίσουν την αναμέτρηση σαν να ήταν και ο ίδιος υποψήφιος. Η επιλογή αυτή μπορεί να κινητοποιήσει τους υποστηρικτές του, αλλά ενδέχεται να ενισχύσει και την αντίδραση όσων διαφωνούν με την πολιτική του.
Ο χαρακτηρισμός «δημοψήφισμα» είναι, επομένως, πολιτικός και όχι θεσμικός: οι εκλογές δεν κρίνουν την παραμονή του προέδρου στην εξουσία, αλλά την κοινοβουλευτική ισχύ του κόμματός του.
Η οικονομία και η μετανάστευση στο επίκεντρο
Το κόστος ζωής συγκαταλέγεται στις σημαντικότερες ανησυχίες των ψηφοφόρων. Οι τιμές των τροφίμων, της ενέργειας, της στέγασης και της υγειονομικής περίθαλψης επηρεάζουν την καθημερινότητα των νοικοκυριών και αποτελούν βασικό πεδίο αντιπαράθεσης μεταξύ των δύο κομμάτων.
Οι Δημοκρατικοί υποστηρίζουν ότι η κυβέρνηση δεν έχει ανταποκριθεί επαρκώς στις οικονομικές πιέσεις και δεσμεύονται να ενισχύσουν τον κοινοβουλευτικό έλεγχο της διοίκησης. Οι Ρεπουμπλικάνοι υπερασπίζονται τη φορολογική τους πολιτική και δίνουν έμφαση στην ασφάλεια των συνόρων και στην αυστηρότερη εφαρμογή της μεταναστευτικής νομοθεσίας.
Η μεταναστευτική πολιτική έχει επίσης προκαλέσει έντονες αντιδράσεις, ενώ η εξωτερική πολιτική και οι επιπτώσεις των διεθνών συγκρούσεων στις τιμές της ενέργειας επηρεάζουν το ευρύτερο πολιτικό κλίμα.
Τι δείχνουν οι δημοσκοπήσεις
Δημοσκοπήσεις που δημοσιεύθηκαν τον Οκτώβριο κατέγραψαν χαμηλή δημοτικότητα του Τραμπ και ευνοϊκές ενδείξεις για τους Δημοκρατικούς στη μάχη για τη Βουλή των Αντιπροσώπων. Η αναμέτρηση για τη Γερουσία παραμένει πιο αμφίρροπη.
Οι τάσεις αυτές δεν αποτελούν πρόβλεψη του τελικού αποτελέσματος. Οι επιμέρους εκλογικές περιφέρειες, η συμμετοχή των ψηφοφόρων, η απήχηση των υποψηφίων και η κατανομή των αναμετρήσεων μεταξύ των πολιτειών μπορούν να αλλάξουν την τελική εικόνα.
Τι θα αλλάξει αν επικρατήσουν οι Δημοκρατικοί
Εάν οι Δημοκρατικοί ανακτήσουν τη Βουλή, θα αποκτήσουν τη δυνατότητα να καθορίζουν την ατζέντα των επιτροπών και να ξεκινούν κοινοβουλευτικές έρευνες για τις ενέργειες της κυβέρνησης. Θα μπορούν επίσης να προωθούν νομοσχέδια, ακόμη κι αν αυτά δεν συγκεντρώνουν τις απαιτούμενες ψήφους στη Γερουσία.
Εάν κερδίσουν και τα δύο σώματα, θα έχουν ισχυρότερη θέση στις διαπραγματεύσεις για τον προϋπολογισμό, τις δημόσιες δαπάνες και το όριο του ομοσπονδιακού χρέους. Ωστόσο, ο πρόεδρος διατηρεί το δικαίωμα άσκησης βέτο, ενώ σημαντικά νομοθετήματα απαιτούν τη συνεργασία Βουλής και Γερουσίας.
Αντίθετα, η διατήρηση των πλειοψηφιών από τους Ρεπουμπλικάνους θα επιτρέψει στον Τραμπ να συνεχίσει με ευνοϊκότερους κοινοβουλευτικούς συσχετισμούς, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι θα εξαφανιστούν οι εσωκομματικές διαφωνίες ή τα πολιτικά εμπόδια.
Τι διδάσκει η ιστορία των ενδιάμεσων εκλογών
Ιστορικά, το κόμμα του προέδρου χάνει συχνά έδρες στις ενδιάμεσες εκλογές. Αυτό δεν συμβαίνει πάντοτε, ούτε με την ίδια ένταση. Το 1998, επί Μπιλ Κλίντον, οι Δημοκρατικοί κέρδισαν έδρες στη Βουλή, ενώ το 2002, επί Τζορτζ Μπους του νεότερου, οι Ρεπουμπλικάνοι ενίσχυσαν τη θέση τους και στα δύο σώματα.
Τα παραδείγματα δείχνουν ότι η συγκυρία, η οικονομία, τα μεγάλα εθνικά γεγονότα και η συμμετοχή των ψηφοφόρων μπορούν να ανατρέψουν τις γενικές τάσεις. Κανένα ιστορικό προηγούμενο δεν αρκεί από μόνο του για να προβλέψει το αποτέλεσμα του 2026.
Οι κάλπες της 3ης Νοεμβρίου θα αποτυπώσουν, επομένως, όχι μόνο την ισορροπία δυνάμεων στο Κογκρέσο, αλλά και το πολιτικό κλίμα απέναντι στην κυβέρνηση Τραμπ. Η τελική κατανομή των εδρών θα καθορίσει πόσο εύκολα θα μπορεί ο πρόεδρος να προωθήσει την ατζέντα του στο δεύτερο μισό της θητείας του.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου