Η απόφαση Ολάντ να προσυπογράψει την πολιτική του Βερολίνου στην Ευρωζώνη είναι άμεση συνέπεια της κατάληξης της διαπραγμάτευσης-διαμάχης γιa την Τραπεζική Ενωση, την Κοινή Ευρωπαϊκή Τραπεζική Εποπτική Αρχή. Η συμφωνία ικανοποίησε πλήρως τη Γερμανία, καθώς ο έλεγχος αφορά μόνο τις συστημικές τράπεζες, δεν περιλαμβάνει δηλαδή τις γερμανικές τοπικές Landesbank, που θα έδιναν στην Ενιαία Εποπτική Αρχή δικαίωμα παρέμβασης που θα στερούσε σε μεγάλο βαθμό την πρωτοβουλία κινήσεων του Βερολίνου στην Ευρωζώνη, καθώς το γερμανικό τραπεζικό σύστημα θα φωτιζόταν ως αναξιόπιστο. Ο συλλογισμός είναι απλός: Αν το Βερολίνο ήθελε κατανόηση και χρόνο για να καθαρίσει τα ντουλάπια των τραπεζών του από «σκελετούς», θα έπρεπε να δείξει στους εταίρους του και κυρίως στη Γαλλία κατανόηση στην προσαρμογή με τις απαιτήσεις του Δημοσιονομικού Συμφώνου.
Γι' αυτό ακριβώς τον λόγο η Γερμανία έβαλε και έσβησε στη συνέχεια την υπογραφή της στην Τραπεζική Ενωση μέχρι να πετύχει την light και περιορισμένη εκδοχή της: Σε ό,τι την αφορά οι αμαρτωλές Landesbank εξαιρούνται και έτσι η εικόνα των συστημικών τραπεζών της που θα υπόκεινται στον έλεγχο της Ενιαίας Εποπτικής Αρχής θα είναι πιο αξιόπιστη και ισχυρή σε σύγκριση με την αντίστοιχη της Γαλλίας!
Αυτό που παρουσιάσθηκε προς τα έξω ως συμβιβασμός ήταν στη ουσία κατά κράτος ήττα της Γαλλίας, που είδε να καταρρέει η προσπάθεια να περιορισθεί η πρωτοβουλία κινήσεων της Γερμανίας.
Ο «μεγάλος ασθενής»
Χωρίς πλέον τη δυνατότητα να πιέσει τη Γερμανία για παραχωρήσεις, η Γαλλία πρόβαλε σαν ο «μεγάλος ασθενής» της Ευρωζώνης, καθώς είχε αυτοεγκλωβισθεί σε ένα πρωτοφανές παράδοξο: Αργά αλλά σταθερά αποδεχόταν τους διαρκώς πιο αυστηρούς κανόνες του παιχνιδιού που επέβαλε το Βερολίνο, χωρίς ταυτόχρονα να προσαρμόζεται σε αυτούς.
Τα παραπάνω δεν αποτελούν τομή αλλά επιβεβαίωση της συνέχειας στις γαλλογερμανικές σχέσεις και ισορροπίες μετά το 1945, με τη Γαλλία σε διαρκή οπισθοχώρηση.
Οταν στις αρχές της δεκαετίας του '50, με την έναρξη του Πολέμου στην Κορέα ετέθη από τις ΗΠΑ ως επείγουσα προτεραιότητα ο επανεξοπλισμός της Δυτικής Γερμανίας, η Γαλλία αντιπρότεινε τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Αμυντικής Κοινότητας, ενός κοινού δηλαδή ευρωπαϊκού στρατού που θα την απήλασσε από την απειλή της επανεμφάνισης της στρατιωτικής ισχύος του προαιώνιου της αντιπάλου. Η συνέχεια θυμίζει σε δραματικό βαθμό την πορεία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης μετά το Μάαστριχτ: Η Γαλλία δεν θέλησε να πάρει το ρίσκο της εκχώρησης της εθνικής της κυριαρχίας στην άμυνα, η Συνθήκη της Ευρωπαϊκής Αμυντικής Κοινότητας καταψηφίσθηκε στη Γαλλική Βουλή το 1954 με μια ετερόκλητη πλειοψηφία Γκολικών-Κομμουνιστών και τελικά η Δυτική Γερμανία όχι μόνον επανεξοπλίσθηκε, αλλά ανέκτησε την κυριαρχία της το 1955 με την προσχώρησή της στο ΝΑΤΟ.
Ενθουσιασμός στο Βερολίνο
Αν στη Γαλλία τόσο οι εργοδότες όσο και οι συνδικαλιστικές Συνομοσπονδίες είναι δύσπιστοι απέναντι στη στροφή του Ολάντ, στο Βερολίνο έσπευσαν να τη χαιρετίσουν με ενθουσιασμό, καθώς παρά τις περί του αντιθέτου εντυπώσεις, το Βερολίνο αποφασίζει με πολιτικά κατά κύριο λόγο κριτήρια: Αν μια απόκλιση από τις απαιτήσεις του Δημοσιονομικού Συμφώνου προκαλεί παρέμβαση του Σόιμπλε και των «σοφών» Οικονομολόγων Συμβούλων της Ομοσπονδιακής Κυβέρνησης, στη σκιά της εν εξελίξει σκληρής διαπραγμάτευσης για την Τραπεζική Ενωση, αντιμετωπίζεται με κατανόηση και μεγαθυμία όταν έχει προηγηθεί η συνθηκολόγηση Ολάντ στη γερμανική Ευρωζώνη. Επιπλέον σε ό,τι αφορά τους συμβολισμούς και την ρητορική ισοτιμίας μεταξύ Γερμανίας και Γαλλίας, το Βερολίνο θα είναι γενναιόδωρο, όπως έδειξε η απόφαση των υπουργών Εξωτερικών των δύο χωρών Στάινμαγιερ και Φαμπιούς, την Τρίτη 21 Ιανουαρίου, να συντονίσουν τη διπλωματική τους συνεργασία με κοινά ταξίδια, αλλά και με κοινές θέσεις πριν από κάθε Σύνοδο Κορυφής της Ε.Ε.
Αλλωστε, δεν έχουμε παρά να θυμηθούμε την Πρωσία που όταν επέβαλε την υπό την κυριαρχία της Ενοποίηση της Γερμανίας το 1871, επέτρεψε στη Βαυαρία να κρατήσει στρατό, διπλωματική υπηρεσία, σιδηροδρόμους και ταχυδρομεία ως σύμβολα μιας ισοτιμίας που ανήκε στο παρελθόν.
Γι' αυτό ακριβώς τον λόγο η Γερμανία έβαλε και έσβησε στη συνέχεια την υπογραφή της στην Τραπεζική Ενωση μέχρι να πετύχει την light και περιορισμένη εκδοχή της: Σε ό,τι την αφορά οι αμαρτωλές Landesbank εξαιρούνται και έτσι η εικόνα των συστημικών τραπεζών της που θα υπόκεινται στον έλεγχο της Ενιαίας Εποπτικής Αρχής θα είναι πιο αξιόπιστη και ισχυρή σε σύγκριση με την αντίστοιχη της Γαλλίας!
Αυτό που παρουσιάσθηκε προς τα έξω ως συμβιβασμός ήταν στη ουσία κατά κράτος ήττα της Γαλλίας, που είδε να καταρρέει η προσπάθεια να περιορισθεί η πρωτοβουλία κινήσεων της Γερμανίας.
Ο «μεγάλος ασθενής»
Χωρίς πλέον τη δυνατότητα να πιέσει τη Γερμανία για παραχωρήσεις, η Γαλλία πρόβαλε σαν ο «μεγάλος ασθενής» της Ευρωζώνης, καθώς είχε αυτοεγκλωβισθεί σε ένα πρωτοφανές παράδοξο: Αργά αλλά σταθερά αποδεχόταν τους διαρκώς πιο αυστηρούς κανόνες του παιχνιδιού που επέβαλε το Βερολίνο, χωρίς ταυτόχρονα να προσαρμόζεται σε αυτούς.
Τα παραπάνω δεν αποτελούν τομή αλλά επιβεβαίωση της συνέχειας στις γαλλογερμανικές σχέσεις και ισορροπίες μετά το 1945, με τη Γαλλία σε διαρκή οπισθοχώρηση.
Οταν στις αρχές της δεκαετίας του '50, με την έναρξη του Πολέμου στην Κορέα ετέθη από τις ΗΠΑ ως επείγουσα προτεραιότητα ο επανεξοπλισμός της Δυτικής Γερμανίας, η Γαλλία αντιπρότεινε τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Αμυντικής Κοινότητας, ενός κοινού δηλαδή ευρωπαϊκού στρατού που θα την απήλασσε από την απειλή της επανεμφάνισης της στρατιωτικής ισχύος του προαιώνιου της αντιπάλου. Η συνέχεια θυμίζει σε δραματικό βαθμό την πορεία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης μετά το Μάαστριχτ: Η Γαλλία δεν θέλησε να πάρει το ρίσκο της εκχώρησης της εθνικής της κυριαρχίας στην άμυνα, η Συνθήκη της Ευρωπαϊκής Αμυντικής Κοινότητας καταψηφίσθηκε στη Γαλλική Βουλή το 1954 με μια ετερόκλητη πλειοψηφία Γκολικών-Κομμουνιστών και τελικά η Δυτική Γερμανία όχι μόνον επανεξοπλίσθηκε, αλλά ανέκτησε την κυριαρχία της το 1955 με την προσχώρησή της στο ΝΑΤΟ.
Ενθουσιασμός στο Βερολίνο
Αν στη Γαλλία τόσο οι εργοδότες όσο και οι συνδικαλιστικές Συνομοσπονδίες είναι δύσπιστοι απέναντι στη στροφή του Ολάντ, στο Βερολίνο έσπευσαν να τη χαιρετίσουν με ενθουσιασμό, καθώς παρά τις περί του αντιθέτου εντυπώσεις, το Βερολίνο αποφασίζει με πολιτικά κατά κύριο λόγο κριτήρια: Αν μια απόκλιση από τις απαιτήσεις του Δημοσιονομικού Συμφώνου προκαλεί παρέμβαση του Σόιμπλε και των «σοφών» Οικονομολόγων Συμβούλων της Ομοσπονδιακής Κυβέρνησης, στη σκιά της εν εξελίξει σκληρής διαπραγμάτευσης για την Τραπεζική Ενωση, αντιμετωπίζεται με κατανόηση και μεγαθυμία όταν έχει προηγηθεί η συνθηκολόγηση Ολάντ στη γερμανική Ευρωζώνη. Επιπλέον σε ό,τι αφορά τους συμβολισμούς και την ρητορική ισοτιμίας μεταξύ Γερμανίας και Γαλλίας, το Βερολίνο θα είναι γενναιόδωρο, όπως έδειξε η απόφαση των υπουργών Εξωτερικών των δύο χωρών Στάινμαγιερ και Φαμπιούς, την Τρίτη 21 Ιανουαρίου, να συντονίσουν τη διπλωματική τους συνεργασία με κοινά ταξίδια, αλλά και με κοινές θέσεις πριν από κάθε Σύνοδο Κορυφής της Ε.Ε.
Αλλωστε, δεν έχουμε παρά να θυμηθούμε την Πρωσία που όταν επέβαλε την υπό την κυριαρχία της Ενοποίηση της Γερμανίας το 1871, επέτρεψε στη Βαυαρία να κρατήσει στρατό, διπλωματική υπηρεσία, σιδηροδρόμους και ταχυδρομεία ως σύμβολα μιας ισοτιμίας που ανήκε στο παρελθόν.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου