Η ταινία «Η Μεγάλη Χίμαιρα» του Γάλλου σκηνοθέτη Jean Renoir περιγράφει με σκηνικό ένα στρατόπεδο Γάλλων αιχμαλώτων πολέμου στη Γερμανία, κατά τη διάρκεια του Πρώτου
Παγκοσμίου Πολέμου, την ψευδαίσθηση της εθνικής ενότητας στις δύο αντίπαλες πλευρές, πίσω από την οποία οξύτατες ταξικές και κοινωνικές αντιθέσεις καταργούν τις εθνικές διαφοροποιήσεις.
Σήμερα στην Ευρωζώνη ζούμε την κατάρρευση μιας άλλης Μεγάλης Χίμαιρας που επένδυε σε δύο παράγοντες, για να αλλάξει η πολιτική της Γερμανίας στη διαχείριση των επιπτώσεων της Διεθνούς Χρηματοπιστωτικής Κρίσης μετά τον Σεπτέμβριο του 2008, και κυρίως στην αντιμετώπιση της δημοσιονομικής κρίσης στην Ευρωζώνη, μετά την κρίση δανεισμού της Αθήνας την άνοιξη του 2010:
Ελπίδα ή φαντασίωση
Πρώτος παράγοντας η πολιτική αλλαγή στη Γερμανία, με την ελπίδα ή καλύτερα τη φαντασίωση ότι η επάνοδος του Συνασπισμού Σοσιαλδημοκρατών-Πρασίνων θα μας απήλασσε από τη σκληρή δημοσιονομική περιοριστική πολιτική που ήταν επιλογή της «επάρατης» δεξιάς κυβέρνησης Χριστιανοδημοκρατών - Φιλελευθέρων.

Σήμερα σε καμιά περίπτωση η στροφή Ολάντ δεν αποκαθιστά τον γαλλογερμανικό άξονα. Για το Βερολίνο η Γαλλία είναι μια μεσαία δύναμη δίπλα στην Ιταλία, την Ισπανία και την Πολωνία
Κάθε ήττα της Μέρκελ από τη Βόρεια Ρηνανία Βεστφαλία, μέχρι τη Βάδη Βυτεμβέργη καταγραφόταν ως ένα ακόμη βήμα προς την αλλαγή γραμμής πλεύσης. Η πρόσληψη της πραγματικότητας ήταν επιλεκτική, με την υπερπροβολή της σκληρής κριτικής που άσκησαν στην Μέρκελ οι Σμιτ και Κολ και την υποτίμηση της επιβράβευσής της για την πολιτική της στην Ευρωζώνη από τον προκάτοχό της στην Καγκελαρία, Σοσιαλδημοκράτη Γκέρχαρτ Σρέντερ.
Ολοι έμοιαζαν να είχαν ξεχάσει πως όταν το Βερολίνο έκανε την επιλογή, ο καθένας για τον εαυτό τον Σεπτέμβριο του 2008, αρνούμενο την πρόταση Σαρκοζί για κοινή ευρωπαϊκή πολιτική, υπουργός Οικονομικών ήταν ο Σοσιαλδημοκράτης Στάινμπρουκ. Σήμερα, σε ορίζοντα τετραετίας, είναι διασφαλισμένη η συναίνεση των δύο μεγάλων κομμάτων στη συνέχιση της πολιτικής που δίνει ηγεμονικό προβάδισμα στη Γερμανία στους ινδοευρωπαϊκούς συσχετισμούς, με την μόνη άξια λόγου αμφισβήτηση να προέρχεται από τα δεξιά. Από την εθνικιστική-αντιευρωπαϊκή «Εναλλακτική για τη Γερμανία».
Δεύτερος παράγοντας η σθεναρή στάση της Γαλλίας που θα ισορροπούσε τη Γερμανία. Οντως η στάση του Σαρκοζί στη διετία 2008-2010 ήταν αποφασιστική, πρότεινε από την αρχή της κρίσης κοινή θωράκιση των τραπεζών στην Ευρωζώνη και βήματα προς την πολιτική ένωση. Εισέπραξε το παγερό «όχι» του Βερολίνου για την κοινή ασπίδα προστασίας των τραπεζών, αλλά και άρνηση μέχρι το «παρά πέντε» της σύγκλησης της πρώτης Συνόδου Κορυφής της Ευρωζώνης στις αρχές Νοεμβρίου του 2008, στο Παρίσι, όπου συμμετείχε ο πρωθυπουργός της εκτός Ευρωζώνης Βρετανίας Γκόρντον Μπράουν, με τη Μέρκελ να απειλεί να μην είναι παρούσα μέχρι την τελευταία στιγμή.
Ακολουθεί η αιφνιδιαστική στροφή Σαρκοζί τον Ιούνιο του 2010, με την επιλογή της πρόσδεσης στη Γερμανία, η συμφωνία του ζεύγους Μερκοζί τον Οκτώβριο του 2010 στην Ντοβίλ για ελεγχόμενη χρεοκοπία. Αργά, αλλά σταθερά, ο Σαρκοζί γίνεται περίπου εκπρόσωπος Τύπου της Μέρκελ, χλευάζει δημόσια στις Κάννες τον Οκτώβριο του 2011 την πρόταση του Γιώργου Παοανδρέου για δημοψήφισμα, και μιλά απαξιωτικά για τον Μπερλουσκόνι. Ολα τα παραπάνω τον οδηγούν στην ήττα του από τον Ολάντ την άνοιξη του 2012, αφού έχει προηγηθεί η απώλεια της αξιολόγησης ΑΑΑ από τη Γαλλία, η διατήρηση της οποίας ήταν το επιχείρημα νομιμοποίησης της συνθηκολόγησης στο Βερολίνο.
Πολύ γρήγορα ο Ολάντ καθιστά σαφές ότι δεν θα αμφισβητήσει το Σύμφωνο Δημοσιονομικής Σταθερότητας, με συνέπεια η Γαλλία να αρχίσει να προβάλει ως ο πιο προβληματικός εταίρος της Ευρωζώνης, καθώς δεν λαμβάνει τις αναγκαίες αποφάσεις προσαρμογής.
Ο Ολάντ αγγίζει το ναδίρ των δημοσκοπήσεων, τα γκάλοπ δείχνουν πρωτιά της Λεπέν στις ευρωεκλογές. Σε μια στιγμή, λίγο πριν ξεσπάσει το ροζ σκάνδαλο, που ο Ολάντ δεν μπορεί να περιμένει κάτι χειρότερο, αποφασίζει να κάνει τη μεγάλη στροφή. Να ελαφρύνει το κόστος των εισφορών των επιχειρήσεων, να αναγγείλει δραστικές περικοπές δημοσίων δαπανών και να ζητήσει συναίνεση εργοδοσίας-εργαζομένων με στόχο τον περιορισμό της ανεργίας.
Σκληρή προσαρμογή
Ετσι φθάνουμε στο τέρμα, με τους Σοσιαλδημοκράτες στο εσωτερικό και τον Ολάντ στο εξωτερικό να προσυπογράφουν την πολιτική Μέρκελ, με τον Νότο της Ευρωζώνης να έχει ως μονόδρομο μια σκληρή προσαρμογή υπό την προϋπόθεση ότι έστω και οριακά θα υπάρξει αντοχή της κοινωνίας, αλλά και διατήρηση της πολιτικής σταθερότητας.
Η επιλογή της Γαλλίας μοιάζει να υπαγορεύεται από την εκτίμηση της άρχουσας ελίτ της χώρας ότι η ευθυγράμμιση με το Βερολίνο είναι μονόδρομος, με την ηγεσία του Νότου της Ευρωζώνης να θεωρείται επιλογή περιθωριοποίησης και χρεοκοπίας. Το ερώτημα που τίθεται σε ό,τι αφορά την οικονομία της Γαλλίας, είναι αν οι επιλογές του Ολάντ είναι αυτό που λέμε «πολύ λίγο, πολύ αργά», αν δηλαδή θα δημιουργήσουν κλίμα εμπιστοσύνης και αισιοδοξίας στους επιχειρηματίες και στους επενδυτές. Σε ό,τι αφορά την πολιτική σκηνή μένει να απαντηθεί αν -σε περίπτωση πρωτιάς του Εθνικού Μετώπου της Λεπέν στις ευρωεκλογές- ο Ολάντ αλλά και η Βουλή μπορούν να ολοκληρώσουν τη θητεία τους έως την άνοιξη του 2017.
Συνεχής οπισθοχώρηση από το Παρίσι
Από την υπογραφή της Συνθήκης του Μάαστριχτ τον Νοέμβριο του 1991 μέχρι και σήμερα η πορεία της Γαλλίας σε σχέση με τη Γερμανία είναι μια συνεχής προσαρμογή με διαλείμματα δυσαρέσκειας και αμηχανίας. Το 1993, οι Σοσιαλιστές του Μιτεράν υπέστησαν εκλογική συντριβή λόγω της πολιτικής του σκληρού φράγκου που έπνιγε την ανάπτυξη στη Γαλλία, στο όνομα της αποφυγής σοβαρής απόκλισης από το μάρκο.
Την πολιτική των Σοσιαλιστών συνέχισε στην περίοδο 1993-'95 η κυβέρνηση Μπαλαντίρ που συγκατοίκησε με τον Μιτεράν. Την αμφισβήτησε μετωπικά ο Σιράκ, με μια πλατφόρμα επιστροφής στην ανάπτυξη, που του επέτρεψε να νικήσει στην προεδρική εκλογή της άνοιξης του 1995. Οταν λίγους μήνες αργότερα ο Σιράκ μαζί με τον πρωθυπουργό Ζιπέ αναγγέλλουν την επιστροφή στο σκληρό φράγκο και δεσμεύονται να συνεχίσουν τις δημοσιονομικές περικοπές, ξεσπά ένα τρίμηνο απεργιακό κύμα που παραλύει τη χώρα και «κλειδώνει» την ήττα της Δεξιάς ενάμιση χρόνο μετά, στις πρόωρες εκλογές της άνοιξης του 1997, που αναδεικνύουν τον Ζοσπέν πρωθυπουργό της «Πληθυντικής Αριστεράς».
Πρώτο δείγμα προσαρμογής είναι η παραίτηση της νέας κυβέρνησης από την τροποποίηση του Συμφώνου Σταθερότητας που είχε επιβάλει η Γερμανία ενόψει της ΟΝΕ, με μόνη συμβολική ικανοποίηση την προσθήκη στον τίτλο Σύμφωνο Σταθερότητας, της λέξης ανάπτυξη.
Με την πάροδο του χρόνου και κυρίως μετά το ναυάγιο της Συνταγματικής Συνθήκης την άνοιξη του 2005 στο δημοψήφισμα που διεξάγεται στη Γαλλία, το Παρίσι αναδιπλώνεται χωρίς πλέον ευρωπαϊκές αυταπάτες: Η εκλογή του Σαρκοζί την άνοιξη το 2007, ένα χρόνο και λίγους μήνες πριν ξεσπάσει η παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση, φωτίζει την κρίση εμπιστοσύνης ανάμεσα στο Παρίσι και στο Βερολίνο: Η Γαλλία προσεγγίζει τις ΗΠΑ και επιστρέφει στο Στρατιωτικό Σκέλος του ΝΑΤΟ, ενώ με την «Ενωση για την Μεσόγειο» ο Σαρκοζί προσπαθεί στην ουσία να κατοχυρώσει προνομιακή γαλλική επιρροή στον Νότο της Ευρωζώνης, ανάλογη με αυτήν της Γερμανίας στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη.
Ετσι η επιθετική πολιτική Σαρκοζί απέναντι στη Γερμανία μετά τον Σεπτέμβριο του 2008 είναι σε ευθεία συνέχεια του γαλλικού ρεαλισμού που έχει επιστρέψει στη λογική των διακρατικών συσχετισμών και δεν τρέφει πλέον αυταπάτες για έλεγχο της γερμανικής ισχύος μέσα από την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση. Η αδυναμία συντονισμού των χωρών του Νότου πριν και μετά την κρίση απεδείχθη μοιραία: Οταν ο Σαρκοζί πρότεινε την Ενωση για τη Μεσόγειο το 2007 συνάντησε όχι μόνον το βέτο της Μέρκελ, αλλά και την καχυποψία και αντίδραση τόσο της Ισπανίας, όσο και της Ιταλίας, που δεν ήθελαν σε καμία περίπτωση να αποδεχθούν περιφερειακή πρωτοκαθεδρία της Γαλλίας. Ιδιο σκηνικό και μετά την έναρξη της κρίσης το 2008, με τη Ρώμη και τη Μαδρίτη να θεωρούν ότι η κρίση αφορά χώρες του μεγέθους της Ελλάδας και της Πορτογαλίας.
Σήμερα σε καμιά περίπτωση η στροφή Ολάντ δεν αποκαθιστά τον γαλλογερμανικό άξονα. Για το Βερολίνο η Γαλλία είναι μια μεσαία δύναμη δίπλα στην Ιταλία, την Ισπανία και την Πολωνία, μια ομάδα χωρών με κοινό παρονομαστή τη διαπίστωση ότι η σύγκρουση με το Βερολίνο έχει πολλαπλάσιο κόστος της προσαρμογής στη γερμανική Ευρώπη.
Ο εφιάλτης Λεπέν
Μένει να απαντηθεί αν -σε περίπτωση πρωτιάς του Εθνικού Μετώπου της Λεπέν στις ευρωεκλογές- ο Ολάντ αλλά και η Βουλή μπορούν να ολοκληρώσουν τη θητεία τους έως την άνοιξη του 2017.
Του Γιώργου Καπόπουλου
Κapopoulos@pegasus.gr
Παγκοσμίου Πολέμου, την ψευδαίσθηση της εθνικής ενότητας στις δύο αντίπαλες πλευρές, πίσω από την οποία οξύτατες ταξικές και κοινωνικές αντιθέσεις καταργούν τις εθνικές διαφοροποιήσεις.
Σήμερα στην Ευρωζώνη ζούμε την κατάρρευση μιας άλλης Μεγάλης Χίμαιρας που επένδυε σε δύο παράγοντες, για να αλλάξει η πολιτική της Γερμανίας στη διαχείριση των επιπτώσεων της Διεθνούς Χρηματοπιστωτικής Κρίσης μετά τον Σεπτέμβριο του 2008, και κυρίως στην αντιμετώπιση της δημοσιονομικής κρίσης στην Ευρωζώνη, μετά την κρίση δανεισμού της Αθήνας την άνοιξη του 2010:
Ελπίδα ή φαντασίωση
Πρώτος παράγοντας η πολιτική αλλαγή στη Γερμανία, με την ελπίδα ή καλύτερα τη φαντασίωση ότι η επάνοδος του Συνασπισμού Σοσιαλδημοκρατών-Πρασίνων θα μας απήλασσε από τη σκληρή δημοσιονομική περιοριστική πολιτική που ήταν επιλογή της «επάρατης» δεξιάς κυβέρνησης Χριστιανοδημοκρατών - Φιλελευθέρων.
Σήμερα σε καμιά περίπτωση η στροφή Ολάντ δεν αποκαθιστά τον γαλλογερμανικό άξονα. Για το Βερολίνο η Γαλλία είναι μια μεσαία δύναμη δίπλα στην Ιταλία, την Ισπανία και την Πολωνία
Κάθε ήττα της Μέρκελ από τη Βόρεια Ρηνανία Βεστφαλία, μέχρι τη Βάδη Βυτεμβέργη καταγραφόταν ως ένα ακόμη βήμα προς την αλλαγή γραμμής πλεύσης. Η πρόσληψη της πραγματικότητας ήταν επιλεκτική, με την υπερπροβολή της σκληρής κριτικής που άσκησαν στην Μέρκελ οι Σμιτ και Κολ και την υποτίμηση της επιβράβευσής της για την πολιτική της στην Ευρωζώνη από τον προκάτοχό της στην Καγκελαρία, Σοσιαλδημοκράτη Γκέρχαρτ Σρέντερ.
Ολοι έμοιαζαν να είχαν ξεχάσει πως όταν το Βερολίνο έκανε την επιλογή, ο καθένας για τον εαυτό τον Σεπτέμβριο του 2008, αρνούμενο την πρόταση Σαρκοζί για κοινή ευρωπαϊκή πολιτική, υπουργός Οικονομικών ήταν ο Σοσιαλδημοκράτης Στάινμπρουκ. Σήμερα, σε ορίζοντα τετραετίας, είναι διασφαλισμένη η συναίνεση των δύο μεγάλων κομμάτων στη συνέχιση της πολιτικής που δίνει ηγεμονικό προβάδισμα στη Γερμανία στους ινδοευρωπαϊκούς συσχετισμούς, με την μόνη άξια λόγου αμφισβήτηση να προέρχεται από τα δεξιά. Από την εθνικιστική-αντιευρωπαϊκή «Εναλλακτική για τη Γερμανία».
Δεύτερος παράγοντας η σθεναρή στάση της Γαλλίας που θα ισορροπούσε τη Γερμανία. Οντως η στάση του Σαρκοζί στη διετία 2008-2010 ήταν αποφασιστική, πρότεινε από την αρχή της κρίσης κοινή θωράκιση των τραπεζών στην Ευρωζώνη και βήματα προς την πολιτική ένωση. Εισέπραξε το παγερό «όχι» του Βερολίνου για την κοινή ασπίδα προστασίας των τραπεζών, αλλά και άρνηση μέχρι το «παρά πέντε» της σύγκλησης της πρώτης Συνόδου Κορυφής της Ευρωζώνης στις αρχές Νοεμβρίου του 2008, στο Παρίσι, όπου συμμετείχε ο πρωθυπουργός της εκτός Ευρωζώνης Βρετανίας Γκόρντον Μπράουν, με τη Μέρκελ να απειλεί να μην είναι παρούσα μέχρι την τελευταία στιγμή.
Ακολουθεί η αιφνιδιαστική στροφή Σαρκοζί τον Ιούνιο του 2010, με την επιλογή της πρόσδεσης στη Γερμανία, η συμφωνία του ζεύγους Μερκοζί τον Οκτώβριο του 2010 στην Ντοβίλ για ελεγχόμενη χρεοκοπία. Αργά, αλλά σταθερά, ο Σαρκοζί γίνεται περίπου εκπρόσωπος Τύπου της Μέρκελ, χλευάζει δημόσια στις Κάννες τον Οκτώβριο του 2011 την πρόταση του Γιώργου Παοανδρέου για δημοψήφισμα, και μιλά απαξιωτικά για τον Μπερλουσκόνι. Ολα τα παραπάνω τον οδηγούν στην ήττα του από τον Ολάντ την άνοιξη του 2012, αφού έχει προηγηθεί η απώλεια της αξιολόγησης ΑΑΑ από τη Γαλλία, η διατήρηση της οποίας ήταν το επιχείρημα νομιμοποίησης της συνθηκολόγησης στο Βερολίνο.
Πολύ γρήγορα ο Ολάντ καθιστά σαφές ότι δεν θα αμφισβητήσει το Σύμφωνο Δημοσιονομικής Σταθερότητας, με συνέπεια η Γαλλία να αρχίσει να προβάλει ως ο πιο προβληματικός εταίρος της Ευρωζώνης, καθώς δεν λαμβάνει τις αναγκαίες αποφάσεις προσαρμογής.
Ο Ολάντ αγγίζει το ναδίρ των δημοσκοπήσεων, τα γκάλοπ δείχνουν πρωτιά της Λεπέν στις ευρωεκλογές. Σε μια στιγμή, λίγο πριν ξεσπάσει το ροζ σκάνδαλο, που ο Ολάντ δεν μπορεί να περιμένει κάτι χειρότερο, αποφασίζει να κάνει τη μεγάλη στροφή. Να ελαφρύνει το κόστος των εισφορών των επιχειρήσεων, να αναγγείλει δραστικές περικοπές δημοσίων δαπανών και να ζητήσει συναίνεση εργοδοσίας-εργαζομένων με στόχο τον περιορισμό της ανεργίας.
Σκληρή προσαρμογή
Ετσι φθάνουμε στο τέρμα, με τους Σοσιαλδημοκράτες στο εσωτερικό και τον Ολάντ στο εξωτερικό να προσυπογράφουν την πολιτική Μέρκελ, με τον Νότο της Ευρωζώνης να έχει ως μονόδρομο μια σκληρή προσαρμογή υπό την προϋπόθεση ότι έστω και οριακά θα υπάρξει αντοχή της κοινωνίας, αλλά και διατήρηση της πολιτικής σταθερότητας.
Η επιλογή της Γαλλίας μοιάζει να υπαγορεύεται από την εκτίμηση της άρχουσας ελίτ της χώρας ότι η ευθυγράμμιση με το Βερολίνο είναι μονόδρομος, με την ηγεσία του Νότου της Ευρωζώνης να θεωρείται επιλογή περιθωριοποίησης και χρεοκοπίας. Το ερώτημα που τίθεται σε ό,τι αφορά την οικονομία της Γαλλίας, είναι αν οι επιλογές του Ολάντ είναι αυτό που λέμε «πολύ λίγο, πολύ αργά», αν δηλαδή θα δημιουργήσουν κλίμα εμπιστοσύνης και αισιοδοξίας στους επιχειρηματίες και στους επενδυτές. Σε ό,τι αφορά την πολιτική σκηνή μένει να απαντηθεί αν -σε περίπτωση πρωτιάς του Εθνικού Μετώπου της Λεπέν στις ευρωεκλογές- ο Ολάντ αλλά και η Βουλή μπορούν να ολοκληρώσουν τη θητεία τους έως την άνοιξη του 2017.
Συνεχής οπισθοχώρηση από το Παρίσι
Από την υπογραφή της Συνθήκης του Μάαστριχτ τον Νοέμβριο του 1991 μέχρι και σήμερα η πορεία της Γαλλίας σε σχέση με τη Γερμανία είναι μια συνεχής προσαρμογή με διαλείμματα δυσαρέσκειας και αμηχανίας. Το 1993, οι Σοσιαλιστές του Μιτεράν υπέστησαν εκλογική συντριβή λόγω της πολιτικής του σκληρού φράγκου που έπνιγε την ανάπτυξη στη Γαλλία, στο όνομα της αποφυγής σοβαρής απόκλισης από το μάρκο.
Την πολιτική των Σοσιαλιστών συνέχισε στην περίοδο 1993-'95 η κυβέρνηση Μπαλαντίρ που συγκατοίκησε με τον Μιτεράν. Την αμφισβήτησε μετωπικά ο Σιράκ, με μια πλατφόρμα επιστροφής στην ανάπτυξη, που του επέτρεψε να νικήσει στην προεδρική εκλογή της άνοιξης του 1995. Οταν λίγους μήνες αργότερα ο Σιράκ μαζί με τον πρωθυπουργό Ζιπέ αναγγέλλουν την επιστροφή στο σκληρό φράγκο και δεσμεύονται να συνεχίσουν τις δημοσιονομικές περικοπές, ξεσπά ένα τρίμηνο απεργιακό κύμα που παραλύει τη χώρα και «κλειδώνει» την ήττα της Δεξιάς ενάμιση χρόνο μετά, στις πρόωρες εκλογές της άνοιξης του 1997, που αναδεικνύουν τον Ζοσπέν πρωθυπουργό της «Πληθυντικής Αριστεράς».
Πρώτο δείγμα προσαρμογής είναι η παραίτηση της νέας κυβέρνησης από την τροποποίηση του Συμφώνου Σταθερότητας που είχε επιβάλει η Γερμανία ενόψει της ΟΝΕ, με μόνη συμβολική ικανοποίηση την προσθήκη στον τίτλο Σύμφωνο Σταθερότητας, της λέξης ανάπτυξη.
Με την πάροδο του χρόνου και κυρίως μετά το ναυάγιο της Συνταγματικής Συνθήκης την άνοιξη του 2005 στο δημοψήφισμα που διεξάγεται στη Γαλλία, το Παρίσι αναδιπλώνεται χωρίς πλέον ευρωπαϊκές αυταπάτες: Η εκλογή του Σαρκοζί την άνοιξη το 2007, ένα χρόνο και λίγους μήνες πριν ξεσπάσει η παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση, φωτίζει την κρίση εμπιστοσύνης ανάμεσα στο Παρίσι και στο Βερολίνο: Η Γαλλία προσεγγίζει τις ΗΠΑ και επιστρέφει στο Στρατιωτικό Σκέλος του ΝΑΤΟ, ενώ με την «Ενωση για την Μεσόγειο» ο Σαρκοζί προσπαθεί στην ουσία να κατοχυρώσει προνομιακή γαλλική επιρροή στον Νότο της Ευρωζώνης, ανάλογη με αυτήν της Γερμανίας στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη.
Ετσι η επιθετική πολιτική Σαρκοζί απέναντι στη Γερμανία μετά τον Σεπτέμβριο του 2008 είναι σε ευθεία συνέχεια του γαλλικού ρεαλισμού που έχει επιστρέψει στη λογική των διακρατικών συσχετισμών και δεν τρέφει πλέον αυταπάτες για έλεγχο της γερμανικής ισχύος μέσα από την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση. Η αδυναμία συντονισμού των χωρών του Νότου πριν και μετά την κρίση απεδείχθη μοιραία: Οταν ο Σαρκοζί πρότεινε την Ενωση για τη Μεσόγειο το 2007 συνάντησε όχι μόνον το βέτο της Μέρκελ, αλλά και την καχυποψία και αντίδραση τόσο της Ισπανίας, όσο και της Ιταλίας, που δεν ήθελαν σε καμία περίπτωση να αποδεχθούν περιφερειακή πρωτοκαθεδρία της Γαλλίας. Ιδιο σκηνικό και μετά την έναρξη της κρίσης το 2008, με τη Ρώμη και τη Μαδρίτη να θεωρούν ότι η κρίση αφορά χώρες του μεγέθους της Ελλάδας και της Πορτογαλίας.
Σήμερα σε καμιά περίπτωση η στροφή Ολάντ δεν αποκαθιστά τον γαλλογερμανικό άξονα. Για το Βερολίνο η Γαλλία είναι μια μεσαία δύναμη δίπλα στην Ιταλία, την Ισπανία και την Πολωνία, μια ομάδα χωρών με κοινό παρονομαστή τη διαπίστωση ότι η σύγκρουση με το Βερολίνο έχει πολλαπλάσιο κόστος της προσαρμογής στη γερμανική Ευρώπη.
Ο εφιάλτης Λεπέν
Μένει να απαντηθεί αν -σε περίπτωση πρωτιάς του Εθνικού Μετώπου της Λεπέν στις ευρωεκλογές- ο Ολάντ αλλά και η Βουλή μπορούν να ολοκληρώσουν τη θητεία τους έως την άνοιξη του 2017.
Του Γιώργου Καπόπουλου
Κapopoulos@pegasus.gr
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου