Δευτέρα 5 Οκτωβρίου 2026

ΣτΕ: Τέλος σε 20ετή και 10ετή παραγραφή για φοροδιαφυγή

Συμβούλιο της Επικρατείας και φορολογικές υποθέσεις
Με την απόφαση 1246/2026 το Συμβούλιο της Επικρατείας έκρινε αντισυνταγματικές συγκεκριμένες διατάξεις για 20ετή και 10ετή παραγραφή φορολογικών αξιώσεων.

Σημαντική αλλαγή στο καθεστώς παραγραφής παλαιών φορολογικών υποθέσεων φέρνει απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας. Το ανώτατο δικαστήριο έκρινε αντισυνταγματικές συγκεκριμένες νομοθετικές προβλέψεις που επέτρεπαν στο Δημόσιο να επιβάλει φορολογικές επιβαρύνσεις λόγω φοροδιαφυγής ακόμη και μετά την πάροδο 20 ή 10 ετών.

Με την απόφαση 1246/2026 του Β΄ Τμήματος του ΣτΕ, στις περιπτώσεις που εξετάστηκαν εφαρμόζεται ο βασικός κανόνας της πενταετούς παραγραφής. Η απόφαση έχει ιδιαίτερη σημασία για παλαιές φορολογικές υποθέσεις, αλλά δεν σημαίνει ότι κάθε φορολογική αξίωση του Δημοσίου παραγράφεται ανεξαιρέτως στην πενταετία.

Τι έκρινε το Συμβούλιο της Επικρατείας

Η επταμελής σύνθεση του Β΄ Τμήματος του ΣτΕ εξέτασε δύο διαφορετικές νομοθετικές προβλέψεις.

Η πρώτη ήταν το άρθρο 36 παρ. 3 του ν. 4174/2013, το οποίο προέβλεπε 20ετή παραγραφή του δικαιώματος του Δημοσίου να επιβάλει φορολογικές επιβαρύνσεις σε περιπτώσεις φοροδιαφυγής.

Το ΣτΕ έκρινε ότι μια τόσο μεγάλη χρονική διάρκεια αντίκειται στη συνταγματική αρχή της αναλογικότητας.

Η δεύτερη περίπτωση αφορούσε τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 66 παρ. 27α του ν. 4646/2019, η οποία προέβλεπε 10ετή παραγραφή για συγκεκριμένες υποθέσεις φοροδιαφυγής.

Το δικαστήριο έκρινε τη συγκεκριμένη ρύθμιση αντίθετη στο άρθρο 78 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος, καθώς στην υπόθεση που εξετάστηκε καταλάμβανε το φορολογικό έτος 2013, δηλαδή χρόνο προγενέστερο του προηγούμενου έτους από τη δημοσίευση του νόμου.

Γιατί κρίθηκε αντισυνταγματική η 20ετία

Σύμφωνα με το σκεπτικό της απόφασης, ο νομοθέτης μπορεί να προβλέπει μεγαλύτερο χρόνο παραγραφής όταν υπάρχουν ιδιαίτερες περιστάσεις, όμως η διάρκεια πρέπει να παραμένει συμβατή με την αρχή της αναλογικότητας.

Η δυνατότητα της φορολογικής διοίκησης να επανέρχεται σε μια υπόθεση ακόμη και δύο δεκαετίες αργότερα κρίθηκε ότι υπερβαίνει τα συνταγματικά όρια.

Το ζήτημα συνδέεται και με την ασφάλεια δικαίου: ο φορολογούμενος πρέπει, μετά την πάροδο ενός εύλογου χρονικού διαστήματος, να γνωρίζει ότι μια παλαιά φορολογική χρήση έχει οριστικά κλείσει.

Τι συνέβη με τη 10ετή παραγραφή

Διαφορετικό ήταν το συνταγματικό πρόβλημα με τη δεκαετία.

Η επίμαχη διάταξη θεσπίστηκε το 2019 και επιχειρούσε να καταλάβει, μεταξύ άλλων, φορολογικές υποθέσεις του 2013. Το Σύνταγμα όμως θέτει περιορισμούς στην αναδρομική επιβολή φορολογικών βαρών.

Για τον λόγο αυτό, το ΣτΕ έκρινε ότι η συγκεκριμένη μεταβατική διάταξη δεν μπορούσε να εφαρμοστεί με αυτόν τον τρόπο στο φορολογικό έτος που εξετάστηκε.

Επανέρχεται λοιπόν η πενταετία

Στις περιπτώσεις που καλύπτονται από την απόφαση, μετά την ακύρωση των επίμαχων 20ετών και 10ετών προθεσμιών, εφαρμόζεται ο βασικός κανόνας της πενταετούς παραγραφής.

Η πενταετία υπολογίζεται, κατά κανόνα, από το τέλος του έτους μέσα στο οποίο έληξε η προθεσμία υποβολής της αντίστοιχης φορολογικής δήλωσης.

Για παράδειγμα, για εισοδήματα του 2020, των οποίων η δήλωση έπρεπε να υποβληθεί μέσα στο 2021, η βασική πενταετής προθεσμία συμπληρώνεται στις 31 Δεκεμβρίου 2026.

Δεν σημαίνει ότι όλες οι φορολογικές υποθέσεις κλείνουν στα πέντε χρόνια

Η συγκεκριμένη διάκριση είναι σημαντική. Η απόφαση του ΣτΕ δεν καταργεί κάθε δυνατότητα νόμιμης παράτασης της παραγραφής ούτε δημιουργεί έναν απόλυτο κανόνα σύμφωνα με τον οποίο οποιαδήποτε φορολογική υπόθεση κλείνει υποχρεωτικά μετά από πέντε χρόνια.

Η φορολογική νομοθεσία προβλέπει ειδικές περιπτώσεις στις οποίες η προθεσμία μπορεί να μεταβληθεί ή να παραταθεί, για παράδειγμα όταν υποβάλλονται δηλώσεις εκπρόθεσμα ή όταν προκύπτουν νέα στοιχεία υπό τις προϋποθέσεις που θέτει ο νόμος.

Αυτό που έκρινε το ΣτΕ είναι η αντισυνταγματικότητα των συγκεκριμένων διατάξεων της 20ετίας και της 10ετίας που τέθηκαν ενώπιόν του.

Ποιες παλαιές υποθέσεις επηρεάζονται

Η απόφαση έχει ιδιαίτερη σημασία για παλαιές φορολογικές υποθέσεις, καθώς περιορίζει τη δυνατότητα της φορολογικής διοίκησης να διατηρεί ανοιχτούς για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα φακέλους φοροδιαφυγής στηριζόμενη στις συγκεκριμένες διατάξεις.

Σύμφωνα με τις πρώτες αναλύσεις της απόφασης, οι συνέπειες αφορούν κυρίως παλαιότερες χρήσεις και υποθέσεις για τις οποίες είχαν εφαρμοστεί οι επίμαχες παρατάσεις της παραγραφής.

Το εάν μια συγκεκριμένη υπόθεση έχει πράγματι παραγραφεί, ωστόσο, δεν μπορεί να κριθεί μόνο από το έτος στο οποίο αφορά. Χρειάζεται να εξεταστούν η ημερομηνία υποβολής της δήλωσης, τυχόν εκπρόθεσμες ή τροποποιητικές δηλώσεις, η ύπαρξη νέων στοιχείων και οι ειδικές διατάξεις που εφαρμόζονται στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Πίεση στην ΑΑΔΕ για τις υποθέσεις που κλείνουν στο τέλος του 2026

Η απόφαση αποκτά πρόσθετη σημασία καθώς οι ελεγκτικές υπηρεσίες βρίσκονται ήδη σε διαδικασία ολοκλήρωσης ελέγχων για υποθέσεις των οποίων η παραγραφή συμπληρώνεται στις 31 Δεκεμβρίου 2026.

Μεταξύ αυτών βρίσκονται, υπό τις προβλεπόμενες προϋποθέσεις, υποθέσεις φορολογίας εισοδήματος και ΦΠΑ του φορολογικού έτους 2020, αλλά και παλαιότερες περιπτώσεις στις οποίες υπήρξαν εκπρόθεσμες δηλώσεις ή άλλα γεγονότα που επηρέασαν τον χρόνο παραγραφής.

Τι σημαίνει πρακτικά η απόφαση

Η απόφαση 1246/2026 βάζει ένα σαφές συνταγματικό όριο στη δυνατότητα του Δημοσίου να επεκτείνει για πολύ μεγάλα χρονικά διαστήματα το δικαίωμά του να καταλογίζει φόρους για παλαιές υποθέσεις φοροδιαφυγής.

Δεν αποτελεί, όμως, μια γενική «διαγραφή» παλαιών φορολογικών υποχρεώσεων ούτε σημαίνει ότι κάθε υπόθεση άνω των πέντε ετών θεωρείται αυτομάτως παραγεγραμμένη.

Για κάθε φορολογούμενο που έχει ανοιχτή παλαιά υπόθεση, το κρίσιμο ερώτημα είναι πλέον ποια ακριβώς διάταξη χρησιμοποιήθηκε για την παράταση της παραγραφής και εάν αυτή επηρεάζεται από τη νέα απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας.

```

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αρχειοθήκη ιστολογίου