Δευτέρα 24 Αυγούστου 2026

Οι ΗΠΑ ετοιμάζουν τη μεγαλύτερη οικονομική επίθεση κατά του Ιράν. Ποιες χώρες κινδυνεύουν με δευτερογενείς κυρώσεις και γιατί.

Οικονομική D-Day κατά του Ιράν από τις ΗΠΑ

Οι Ηνωμένες Πολιτείες ετοιμάζονται να εξαπολύσουν τη μεγαλύτερη οικονομική επίθεση που

έχει ανακοινωθεί ποτέ εναντίον του Ιράν. Ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ, Σκοτ Μπέσεντ, χαρακτήρισε το νέο πακέτο κυρώσεων «οικονομική D-Day», προειδοποιώντας ότι δεν θα στοχοποιηθεί μόνο η Τεχεράνη, αλλά και χώρες και εταιρείες που συνεχίζουν να συνεργάζονται οικονομικά μαζί της.

Η Ουάσιγκτον σχεδιάζει να επεκτείνει τις λεγόμενες δευτερογενείς κυρώσεις, απειλώντας με αποκλεισμό από το αμερικανικό χρηματοπιστωτικό σύστημα όσους διατηρούν εμπορικές ή τραπεζικές σχέσεις με το Ιράν.


Τι σημαίνει η «οικονομική D-Day»

Ο Σκοτ Μπέσεντ δήλωσε ότι οι ΗΠΑ εισέρχονται στην «τελική φάση» της οικονομικής πίεσης κατά του Ιράν.

Στόχος είναι να αποκοπεί κάθε οικονομική «γραμμή ζωής» του ιρανικού καθεστώτος, μέσω κυρώσεων που θα αγγίζουν το πετρέλαιο, τις τράπεζες, τις μεταφορές, τα λιμάνια και τις εταιρείες που διευκολύνουν το εμπόριο με την Τεχεράνη.

Σύμφωνα με τον ίδιο, πρόκειται για «τη μεγαλύτερη χρηματοπιστωτική επίθεση που έχει οργανωθεί ποτέ εναντίον αντιπάλου των ΗΠΑ».


Ποιες χώρες βρίσκονται πιο κοντά στο στόχαστρο

Οι αμερικανικές προειδοποιήσεις δεν κατονομάζουν επίσημα όλες τις χώρες, όμως διεθνή μέσα αναφέρουν ότι η Ουάσιγκτον εξετάζει κυρίως κράτη που συνεχίζουν να αγοράζουν ιρανικό πετρέλαιο ή να διευκολύνουν τις συναλλαγές του Ιράν.

Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται:

  • Κίνα, ο μεγαλύτερος αγοραστής ιρανικού πετρελαίου.
  • Ινδία, που διατηρεί ενεργειακές και εμπορικές σχέσεις με την Τεχεράνη.
  • Ρωσία, στενός οικονομικός και στρατηγικός σύμμαχος του Ιράν.
  • Τουρκία, με σημαντικό διμερές εμπόριο και ενεργειακές συναλλαγές.
  • Ορισμένες χώρες της Κεντρικής Ασίας και του Καυκάσου, μέσω των οποίων πραγματοποιούνται εμπορικές διαδρομές.

Η αμερικανική κυβέρνηση αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο να επιβάλει κυρώσεις και σε εταιρείες ή τράπεζες τρίτων χωρών που συνεργάζονται με το Ιράν.


Τι είναι οι δευτερογενείς κυρώσεις

Οι δευτερογενείς κυρώσεις δεν αφορούν μόνο το Ιράν.

Επιτρέπουν στις ΗΠΑ να επιβάλουν περιορισμούς σε ξένες επιχειρήσεις, τράπεζες ή οργανισμούς που πραγματοποιούν συναλλαγές με την Τεχεράνη.

Αυτό μπορεί να σημαίνει αποκλεισμό από το δολάριο, το αμερικανικό τραπεζικό σύστημα ή ακόμη και την αμερικανική αγορά.

Για πολλές πολυεθνικές εταιρείες, αυτό αποτελεί πολύ ισχυρό αντικίνητρο για να συνεχίσουν συνεργασίες με το Ιράν.


Η Κίνα στο επίκεντρο της πίεσης

Η μεγαλύτερη πρόκληση για την Ουάσιγκτον φαίνεται να είναι η Κίνα.

Το Πεκίνο αγοράζει σημαντικό μέρος των ιρανικών εξαγωγών πετρελαίου και έχει δηλώσει ότι δεν αναγνωρίζει μονομερείς αμερικανικές κυρώσεις χωρίς διεθνή έγκριση.

Αναλυτές εκτιμούν ότι μια επιθετική εφαρμογή κυρώσεων κατά κινεζικών εταιρειών θα μπορούσε να αυξήσει την ένταση και στις σχέσεις ΗΠΑ – Κίνας.


Η απάντηση του Ιράν

Η Τεχεράνη χαρακτήρισε τις νέες κυρώσεις «οικονομικό πόλεμο» και προειδοποίησε ότι θα θεωρήσει εχθρική ενέργεια τη συνεργασία άλλων χωρών με τις ΗΠΑ.

Ιρανοί αξιωματούχοι απείλησαν ακόμη και με αντίποινα που θα μπορούσαν να επηρεάσουν τις εξαγωγές πετρελαίου μέσω των Στενών του Ορμούζ, ενός από τα σημαντικότερα περάσματα ενέργειας στον κόσμο.


Γιατί ανησυχούν οι αγορές

Η ανακοίνωση των νέων κυρώσεων έχει ήδη προκαλέσει αναταράξεις στις αγορές ενέργειας.

Οι τιμές του πετρελαίου κινήθηκαν πάνω από τα 90 δολάρια το βαρέλι, καθώς οι επενδυτές φοβούνται ότι οι κυρώσεις μπορεί να περιορίσουν περαιτέρω τις ιρανικές εξαγωγές ή να οδηγήσουν σε νέα ένταση στον Περσικό Κόλπο.

Η πιθανότητα διαταραχών στα Στενά του Ορμούζ παραμένει ένας από τους μεγαλύτερους κινδύνους για την παγκόσμια αγορά πετρελαίου.


Μια νέα φάση στην πίεση κατά του Ιράν

Οι ΗΠΑ επιχειρούν να μεταφέρουν την αντιπαράθεση με το Ιράν από το στρατιωτικό στο οικονομικό πεδίο, επιδιώκοντας τη μέγιστη διεθνή απομόνωση της Τεχεράνης.

Το αν οι νέες κυρώσεις θα εφαρμοστούν πλήρως και ποιες χώρες θα επηρεαστούν στην πράξη θα φανεί μετά τις επίσημες ανακοινώσεις του αμερικανικού υπουργείου Οικονομικών.

Πηγές: Financial Times, Reuters, AP News.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αρχειοθήκη ιστολογίου