Τετάρτη, 29 Μαΐου 2013

Πού και πώς πωλούνται τα γερμανικά όπλα

Μετά την αποκάλυψη ότι είχε εξουσιοδοτήσει την αποστολή τεθωρακισμένων οχημάτων στην Αίγυπτο τα οποία τελικά χρησιμοποιήθηκαν εναντίον άοπλων διαδηλωτών, στις 9 Οκτωβρίου 2011,
με 12 νεκρούς, η γερμανική ηγεσία βάλλεται για άλλη μια φορά για την πολιτική της όσον αφορά τις εξαγωγές όπλων. Υπάρχει όμως ένα ηθικό ζήτημα: μια χώρα που έχει εμπλακεί σε δύο παγκοσμίους πολέμους και χρεώθηκε το τέρας του ναζισμού έχει δικαίωμα να πουλάει όπλα σαν οποιαδήποτε άλλη χώρα, την ώρα μάλιστα που συντηρεί αμείωτα μια παράδοση βαριάς πολεμικής βιομηχανίας;

Επί της θεωρίας, η γερμανική νομοθεσία είναι ξεκάθαρη όσον αφορά τον κώδικα δεοντολογίας που πρέπει να ακολουθείται όσον αφορά τις πωλήσεις όπλων και έχει θεσμοθετηθεί ακριβώς για να αποτρέπονται τέτοια περιστατικά. Συγκεκριμένα, επιτρέπει την πώληση όπλων μόνο σε κράτη που δεν χρησιμοποιούν βία ενάντια στον ίδιο τους τον λαό, δεν εισβάλλουν σε άλλες χώρες και δεν περνάνε τα δικά τους όπλα σε επιθετικά καθεστώτα. Οπως ακριβώς συνέβη στην Αίγυπτο, αυτές οι δεσμεύσεις δεν τηρούνται πάντοτε. Αντιθέτως, ολοένα προκύπτουν εικόνες όπλων γερμανικής κατασκευής στα χέρια τρομοκρατών, ατόμων που διαπράττουν σφαγές και μελών οργανωμένων εγκληματικών οργανώσεων.

Στην περίπτωση του Καΐρου, παρά την ύπαρξη ανεξάρτητων βίντεο που επιβεβαίωσαν πως γερμανικά άρματα τύπου Fahd χρησιμοποιήθηκαν εναντίον ειρηνικών διαδηλώσεων πολιτών, η γερμανική κυβέρνηση αρνήθηκε να σχολιάσει το γεγονός και αρκέστηκε να δηλώσει ότι ήταν ενήμερη απλώς για το ότι «τεθωρακισμένα οχήματα» κινήθηκαν εναντίον άοπλων πολιτών, χωρίς - φυσικά - να αναφερθεί στο γεγονός ότι τεθωρακισμένα που με άδεια του Βερολίνου κατασκευάστηκαν στην Αίγυπτο κατέληξαν σε χώρες που σπαράσσονται από τον εμφύλιο, όπως το Κονγκό και το Σουδάν, ή ότι οι παραγγελίες αυξήθηκαν κατά τη διάρκεια της Αραβικής Ανοιξης, περιόδου κατά την οποία σημειώθηκαν μεγάλες παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Και όλα αυτά παρά το γεγονός ότι για να εξαγάγουν εκ νέου γερμανικά οπλικά συστήματα από μια χώρα θα πρέπει να έχουν την έγκριση του Βερολίνου.

Σε μια περαιτέρω εξέλιξη, και η Αλγερία έχει πλέον αναβαθμιστεί σε «στρατηγικό εταίρο» της Γερμανίας όσον αφορά την κατασκευή όπλων. Η Αλγερία αναμένεται να λειτουργήσει σαν προπύργιο ενάντια σε ισλαμιστές αντάρτες που δραστηριοποιούνται στο Μάλι και γι' αυτόν τον λόγο η γερμανική Rheinmetall έδωσε έγκριση να οικοδομηθεί ένα εργοστάσιο κοντά στο Αλγέρι που θα κατασκευάζει άρματα Fuchs. Το μάλλον εύλογο ερώτημα που προκύπτει είναι κατά πόσον σε περίπτωση τοπικής λαϊκής εξέγερσης αυτά θα χρησιμοποιηθούν εναντίον του εγχώριου πληθυσμού ή πόσο ικανή είναι τελικά η Γερμανία να αποτρέψει την αποστολή τους σε ζώνες συγκρούσεων.

Παρά τα στεγανά που προσπαθεί να της επιβάλει η διεθνής κοινότητα, η βιομηχανία και η αγορά όπλων έχουν σχεδόν εξ ορισμού ανήθικη διάσταση. Οσον αφορά τη Γερμανία, η δική της πολεμική βιομηχανία κυριαρχείται εδώ και περισσότερο από δύο αιώνες σε μεγάλο βαθμό από την ίδια οικογένεια.

Ο Φρίντριχ Κρουπ ξεκίνησε μια εταιρεία με χυτήρια το 1810 στην Εσση, ο γιος του όμως Αλφριντ έμεινε γνωστός ως ο «Βασιλιάς των Κανονιών» διότι επένδυσε μαζικά σε νέες τεχνολογίες και σε ορυχεία τόσο στη Γερμανία όσο και στη Γαλλία, και - πράγμα ασυνήθιστο για την εποχή - παρείχε κοινωνικές παροχές, στέγαση και συντάξεις στους εργαζομένους. Τη δεκαετία του 1840 η εταιρεία άρχισε να φτιάχνει ατσάλινα κανόνια, ιδίως για τη Ρωσία, την Τουρκία και την Πρωσία. Στα τέλη του 1880 το 50% της παραγωγής των Κρουπ αφορούσε οπλικά συστήματα και απασχολούσε 20.000 εργάτες: επρόκειτο για τη μεγαλύτερη ιδιωτική εταιρεία στη γερμανική αυτοκρατορία.

Στον 20ό αιώνα και ειδικά μετά την άνοδο του Αδόλφου Χίτλερ το 1933 οι Κρουπ, με πατριάρχη τον Γκούσταβ, έγιναν ο κύριος προμηθευτής όπλων του γερμανικού Δημοσίου. Το 1943, με ειδική διαταγή του Χίτλερ, η εταιρεία έγινε μονοπρόσωπη με αποκλειστικό ιδιοκτήτη τον γιο του Γκούσταβ, Αλφριντ (1907-1967). Μετά την ήττα της Γερμανίας ο Γκούσταβ ήταν πολύ ηλικιωμένος και δεν ήταν σε θέση να δικαστεί, αλλά ο Αλφριντ δικάστηκε ως εγκληματίας πολέμου στη Δίκη της Νυρεμβέργης, κατηγορούμενος για «λεηλασία και καταναγκαστική εργασία». Καταδικάστηκε σε 12 χρόνια φυλάκιση και υποχρεώθηκε να πουλήσει το 75% των μετοχών του, ωστόσο λόγω έλλειψης αγοραστή το 1953 απελευθερώθηκε και ανέκτησε τον έλεγχο της εταιρείας του. Στις μέρες μας, η εταιρεία είναι μία από τις ισχυρότερες στη βιομηχανία χάλυβα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αρχειοθήκη ιστολογίου