της Κούνα Χριστίνα
Η κοινωνιολογία του θανάτου παρατεταγμένη μέσα σε μνημονιακά και αντιμνημονιακά διλήμματα .Η πιο εκχυδαϊσμένη οικονομικά ντετερμινιστική διάσταση για όταν κάτι χάνεται.
Και δεν χάνεις το λεωφορείο σου, την ζωή σου χάνεις. Έχει διαφορά. Τεράστια. Θεωρίες των δύο άκρων μέσα στο φαντασιακό μας. Δηλώσεις και μια ζωή μέσα στις αντιφάσεις. Απεγνωσμένα νοήματα που σπαράζουν να κουμπώσουν στο συνειδητό μας, χαμένα όνειρα, πολιτικά και μη λυντσαρίσματα. Και ξαφνικά από το περιθώριο, (μεταξύ μας καθόλου ξαφνικά) ξεπηδά με ιλιγγιώδεις ρυθμούς προς το ελληνικό προσκήνιο μια ακραία εθνικιστική ιδεολογία που όχι μόνο αρνείται την νεωτερική της προέλευση και ενοχοποιεί τα πάντα αλλά φαντάζει και σαν να μην έρχεται να εξηγήσει τον κόσμο(κι ας το εξηγεί και αυτή, μέσα από τα δικά της πρεσβυωπικά γυαλιά.)
Μια ιδεολογία που μοιάζει να καταστρέφει περισσότερο τον κόσμο. Και πώς τον καταστρέφει? Σπάει την ατομικότητα, εγγράφεται στην συλλογική συνείδηση, «διαρρηγνύει» τον κοινωνικό ιστό, ούσα όμως αμιγώς μέρος του. Μια ιδεολογία του πάθους και του μίσους. Περάματα, Θερμοπύλες, Αθήνες, Κερατσίνια. Κερατσίνι, το τελευταίο το αφήνω ασχολίαστο. Φτάνει πια, η καπήλευση των ψυχών.
Μπουχτήσαμε.
Ο θάνατος είναι εξίσου σκληρός.
Όταν έρχεται ο θάνατος δεν με ενδιαφέρει η πολιτική ταυτότητα του θύτη και του θύματος. Δεν παύει να είναι θάνατος. Οι πολιτικές ταυτότητες να μας απασχολήσουν σε άλλο στάδιο ,και, θα έπρεπε να μας είχαν ανησυχήσει ήδη. Γιατί όταν περιμένουμε από ακραίες καταστάσεις να μας επιβεβαιώσουν πραγματικότητες, η κατάσταση θα έχει ξεφύγει. Ας σταματήσουμε να είμαστε τρομολάγνοι για να προβληματιστούμε. Ξέρεις, όταν επέρχεται η ακραία αλλαγή, κανείς-καμία δεν μπορεί να της ξεφύγει εύκολα, όσο και αν το φαντασιώνεται. Θα είναι ήδη αργά.
Όλα αυτά, συμβαίνουν δίπλα μας αλλά και κατά ένα παράξενο τρόπο, έξω από εμάς. Συμμέτοχοι αλλά και αμέτοχοι. Ξέρεις τι είναι από τα πιο τρομακτικά συναισθήματα, εάν το σκεφτείς? Αυτά τα αόρατα κοινωνικά τείχη που κατασκευάζει το εγώ μας. Αυτά τα αόρατα γυαλιά από καθρέπτη που αντικατοπτρίζουν τα πάντα. Μας αφήνουν να τα παρατηρούμε όλα χωρίς όμως να έχουμε την συναίσθηση της συμμετοχής και συνενοχής μας.
Σε όσα μερίδια και αν περιορίζεται για τον καθένα-καθεμια μας αυτή η ενοχή. Το κάνουμε για λόγους άμυνας, για λόγους συγκάλυψης, για λόγους αδιαφορίας. Άγνοια, δεν θα το έλεγα ακριβώς άγνοια .Έχουμε επίγνωση, εάν δεν την είχαμε, δεν θα κτίζαμε και τείχη. Είναι πάντως μια στάση και αυτή, και σαν όλες τις στάσεις χρήζει προσοχής. Ιδιαίτερα αυτή , χρήζει εξαιρετικής.
Η κοινωνία μας μοιάζει ξανά μαγεμένη. Αυτή την φορά μαγεμένη από την πολιτική κουλτούρα της βίας. Ερωτεύεσαι εξουσιαστικά, τρως εξουσιαστικά, ζεις και αυτοκαθορίζεσαι εξουσιαστικά. Όλη η ζωή σου κινείται μέσα από και γύρω από την εξουσία. Μέχρι εδώ, σχετικά καλά.
Και ξαφνικά προαγάγεις την βία, όχι την φυσική, την άλλη, που σε φτάνει στο σημείο να ψυχαναγκάζεις εξουσιαστικά τους συναθρώπους σου, να ασκείς σωματική και λεκτική βία στον-στην συντροφό σου,να αηδιάζεις με το διαφορετικό και μέχρι που φτάνεις στο σημείο να σκοτώσεις εξουσιαστικά όχι μόνο την συνείδηση κάποιου αλλα εν γένει την ύπαρξή του. Κάπου, φραγμός.
Αυτές οι «μη νομιμοποιημένες» εξουσίες είναι και οι περισσότερο εφιαλτικές. Ένας εφιάλτης που ξεκινά σαν όνειρο για μερικούς και καταντά τραγωδία για τους πάντες. Πώς μπορείς να εισέρχεσαι τόσο εκχυδαϊσμένα στην ατομικότητα του άλλου?
Είναι μια εξουσία σε ακραία πρωτόγνωρη, ακραία αδάμαστη και ακραία βίαιη μορφή. Με την έννοια της εκχυδαϊσμένης βίας.Αυτήν, την συγκεκριμένου είδους εξουσία, την θέλουμε μακριά μας.Πως θα βγάλουμε αυτήν την πολιτική κουλτούρα βίας από την καθημερινότητά μας? Μην με ρωτάς εμένα. Στο πληκτρολόγιο κάθομαι και ακόμη με το κτήνος του ευατού μου συνομιλώ. Παιχνίδια της διπροσωπίας του εαυτού μας βλέπεις…
Και δεν χάνεις το λεωφορείο σου, την ζωή σου χάνεις. Έχει διαφορά. Τεράστια. Θεωρίες των δύο άκρων μέσα στο φαντασιακό μας. Δηλώσεις και μια ζωή μέσα στις αντιφάσεις. Απεγνωσμένα νοήματα που σπαράζουν να κουμπώσουν στο συνειδητό μας, χαμένα όνειρα, πολιτικά και μη λυντσαρίσματα. Και ξαφνικά από το περιθώριο, (μεταξύ μας καθόλου ξαφνικά) ξεπηδά με ιλιγγιώδεις ρυθμούς προς το ελληνικό προσκήνιο μια ακραία εθνικιστική ιδεολογία που όχι μόνο αρνείται την νεωτερική της προέλευση και ενοχοποιεί τα πάντα αλλά φαντάζει και σαν να μην έρχεται να εξηγήσει τον κόσμο(κι ας το εξηγεί και αυτή, μέσα από τα δικά της πρεσβυωπικά γυαλιά.)
Μια ιδεολογία που μοιάζει να καταστρέφει περισσότερο τον κόσμο. Και πώς τον καταστρέφει? Σπάει την ατομικότητα, εγγράφεται στην συλλογική συνείδηση, «διαρρηγνύει» τον κοινωνικό ιστό, ούσα όμως αμιγώς μέρος του. Μια ιδεολογία του πάθους και του μίσους. Περάματα, Θερμοπύλες, Αθήνες, Κερατσίνια. Κερατσίνι, το τελευταίο το αφήνω ασχολίαστο. Φτάνει πια, η καπήλευση των ψυχών.
Μπουχτήσαμε.
Ο θάνατος είναι εξίσου σκληρός.
Όταν έρχεται ο θάνατος δεν με ενδιαφέρει η πολιτική ταυτότητα του θύτη και του θύματος. Δεν παύει να είναι θάνατος. Οι πολιτικές ταυτότητες να μας απασχολήσουν σε άλλο στάδιο ,και, θα έπρεπε να μας είχαν ανησυχήσει ήδη. Γιατί όταν περιμένουμε από ακραίες καταστάσεις να μας επιβεβαιώσουν πραγματικότητες, η κατάσταση θα έχει ξεφύγει. Ας σταματήσουμε να είμαστε τρομολάγνοι για να προβληματιστούμε. Ξέρεις, όταν επέρχεται η ακραία αλλαγή, κανείς-καμία δεν μπορεί να της ξεφύγει εύκολα, όσο και αν το φαντασιώνεται. Θα είναι ήδη αργά.
Όλα αυτά, συμβαίνουν δίπλα μας αλλά και κατά ένα παράξενο τρόπο, έξω από εμάς. Συμμέτοχοι αλλά και αμέτοχοι. Ξέρεις τι είναι από τα πιο τρομακτικά συναισθήματα, εάν το σκεφτείς? Αυτά τα αόρατα κοινωνικά τείχη που κατασκευάζει το εγώ μας. Αυτά τα αόρατα γυαλιά από καθρέπτη που αντικατοπτρίζουν τα πάντα. Μας αφήνουν να τα παρατηρούμε όλα χωρίς όμως να έχουμε την συναίσθηση της συμμετοχής και συνενοχής μας.
Σε όσα μερίδια και αν περιορίζεται για τον καθένα-καθεμια μας αυτή η ενοχή. Το κάνουμε για λόγους άμυνας, για λόγους συγκάλυψης, για λόγους αδιαφορίας. Άγνοια, δεν θα το έλεγα ακριβώς άγνοια .Έχουμε επίγνωση, εάν δεν την είχαμε, δεν θα κτίζαμε και τείχη. Είναι πάντως μια στάση και αυτή, και σαν όλες τις στάσεις χρήζει προσοχής. Ιδιαίτερα αυτή , χρήζει εξαιρετικής.
Η κοινωνία μας μοιάζει ξανά μαγεμένη. Αυτή την φορά μαγεμένη από την πολιτική κουλτούρα της βίας. Ερωτεύεσαι εξουσιαστικά, τρως εξουσιαστικά, ζεις και αυτοκαθορίζεσαι εξουσιαστικά. Όλη η ζωή σου κινείται μέσα από και γύρω από την εξουσία. Μέχρι εδώ, σχετικά καλά.
Και ξαφνικά προαγάγεις την βία, όχι την φυσική, την άλλη, που σε φτάνει στο σημείο να ψυχαναγκάζεις εξουσιαστικά τους συναθρώπους σου, να ασκείς σωματική και λεκτική βία στον-στην συντροφό σου,να αηδιάζεις με το διαφορετικό και μέχρι που φτάνεις στο σημείο να σκοτώσεις εξουσιαστικά όχι μόνο την συνείδηση κάποιου αλλα εν γένει την ύπαρξή του. Κάπου, φραγμός.
Αυτές οι «μη νομιμοποιημένες» εξουσίες είναι και οι περισσότερο εφιαλτικές. Ένας εφιάλτης που ξεκινά σαν όνειρο για μερικούς και καταντά τραγωδία για τους πάντες. Πώς μπορείς να εισέρχεσαι τόσο εκχυδαϊσμένα στην ατομικότητα του άλλου?
Είναι μια εξουσία σε ακραία πρωτόγνωρη, ακραία αδάμαστη και ακραία βίαιη μορφή. Με την έννοια της εκχυδαϊσμένης βίας.Αυτήν, την συγκεκριμένου είδους εξουσία, την θέλουμε μακριά μας.Πως θα βγάλουμε αυτήν την πολιτική κουλτούρα βίας από την καθημερινότητά μας? Μην με ρωτάς εμένα. Στο πληκτρολόγιο κάθομαι και ακόμη με το κτήνος του ευατού μου συνομιλώ. Παιχνίδια της διπροσωπίας του εαυτού μας βλέπεις…
«πώς να παλέψω μόνος με τους δυό σας;
η νύχτα είναι παγερή
και μ’ έχεις στήσει
με γέλασες
με γέρασες»
Ντ.Χριστιανόπουλος.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου