Σάββατο 14 Οκτωβρίου 2023

Ενώ ανοίγονται τα πρώτα κρασιά κάτω από τις ευλογίες του Βάκχου


Ποιος ασχολείται με τις διαφωνίες των πολιτικών; Ποιος κάθεται να λογαριάσει την οικονομική κρίση; Κουραφέξαλα. Μέσα στη ταβέρνα του Μπάρμπα Αντώνη όλα παρασκευάζονται για την ιεροτελεστία του «Αϊ Δημήτρη».Και όταν θα έρθει η επίσημη αυτή στιγμή, ενώ η άψητη ρετσίνα θα σιγοψήνεται μέσα στα πελώρια βαρέλια μέχρις ότου πάρει το κεχριμπαρένιο χρώμα της, το κοκκινέλι θ’ ανοιχτεί!
-Αμάν κι’ ας φέξη, Μπάρμπα Αντώνη, φέρε μισή οκαδίτσα από το νέο…

-Από το κοκκινέλι, Μπάρμπα Αντώνη.
Η παρέα διασκεδάζει.





Όταν οι μούστοι βράζουν

Θα είναι τώρα μια δύο βδομάδες που τους δρόμους της Πρωτεύουσας έπαυσαν πλέον να τους διασχίζουν τα κάρα ή τ’ αυτοκίνητα με το αφρίζον και ξεχειλίζον από το στόμιο του βαρελιού, προϊόν των Αττικών αμπελώνων. Αυτόν τον μήνα που περνούμε ο Βάκχος… βράζει.


Μέσα στα λογής-λογής βαρέλια μικρά ή μεγάλα που υπάρχουν αραδιασμένα σε μακρές μονές ή διπλές σειρές σ τα υπόγεια των οινοπωλείων, το βράσιμο του μούστου καλά κρατεί. Και σιγοβράζοντας αφήνει το μεθυστικό του γουργούρισμα, μεθυστικό ακόμη και στην όσφρηση.


Όλα λοιπόν τα υπόγεια ή οι ισόγειες αποθήκες των παντοπωλείων ή οινοπωλείων, ή εστιατορίων γέμισαν. Και γέμισαν και για ένα άλλο ακόμη λόγο: Ότι ο θεός του Κρασιού ευλόγησε φέτος εξαιρετικά το αγαπημένο του προϊόν και η παραγωγή του υπήρξε υπεράφθονος.
Γύρω στα χωριά της Αττικής οι τιμές του μούστου διακυμάνθηκαν από τις επτά δραχμές έως τις δέκα κατά «μπότσαν», δηλαδή δύο οκάδες. Υπήρξαν δε μέρη της Ελλάδος στα οποία ελλείψει συγκοινωνιακών μέσων, ο μούστος πουλήθηκε και δύο δραχμές.

Χάρις λοιπόν στη φτήνια τ’ «αμπάρια» γέμισαν από το ξανθό ποτό. Και δεν είναι μόνον τα βαρέλια των οινομαγειρείων ή των εστιατορίων που γέμισαν. Εις αυτά τα ίδια τα χωριά τοποθετήθηκαν μεγάλες οιναποθήκες που γέμισαν, για να χρησιμεύσουν σαν παρακαταθήκη.











Είμαστε λοιπόν … κρασοπατέρες; Αν πιστέψουμε τους αριθμούς ασφαλώς είμαστε. Έχουμε πληθυσμό εξήμιση εκατομμύρια. Εάν αφαιρεθεί ο γυναικείος και τα παιδιά μέχρι των είκοσι ετών, η πλειονότητα των οποίων δεν πίνει κρασί, οι ασθενείς και ένας μεγάλος αριθμός «νηφάλιου» ανδρικού πληθυσμού, που δεν συνήθισε ή δεν θέλει να πίνει κρασί, είναι ζήτημα εάν μένουν εξακόσιες ή επτακόσιες χιλιάδες άνθρωποι που πίνουν κρασί. Και αυτοί λοιπόν πίνουν κάθε χρόνο εκατόν πενήντα ή διακόσια εκατομμύρια οκάδες κρασί!
Βάσανα, πίκρες, καημοί, όλα ξεχνιούνται με το κρασάκι.

Αυτό δίνει τη λήθη και τη λησμονιά. Αυτό μεταφέρει για λίγες ώρες σε κόσμους ονείρων και αυτό κάνει να λησμονιούνται φτώχεια, ανάγκες βασανιστικές και πόνοι ανυπόφοροι. Γι’ αυτό έχει και λάτρεις αφοσιωμένους μέχρι θανάτου.


Κάθε βράδυ χωρίς διακοπή μέσα στα ταβερνάκια της Πλάκας ή όπου αλλού, άνθρωποι με το ποτήρι στο χέρι πίνουν, πίνουν, πίνουν. Και εννοούν να πίνουν μέχρι… τάφου.

Ρετσίνα μου, ρετσίνα μου
μαζί σου θα πεθάνω
Του κόσμου όλα τα καλά
μπροστά σου δεν θα βάνω...
Ποια λοιπόν επίγειος ερωμένη έχει τόσους φανατικούς εραστές;

(Βασισμένο σε ρεπορτάζ της εφημερίδας "Ακρόπολις", 1929. Υπογράφει ο Τ.Κ.Ντόκος)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αρχειοθήκη ιστολογίου