Κυριακή 9 Ιουλίου 2023

Γράμμα από την εξοχή: Ποίημα ο τζίτζικας, κομμάτια να γίνει ο μεσημεριανός ύπνος!


Φαίνεται τα πράγματα δεν είναι πάντα και τόσο ρόδινα, όπως τα φαντάζεται κανείς...
Έλαβα χθες ένα γράμμα τεσσάρων σελίδων από την εξοχή, όπου ο κολλητός μου απήχθηκε από την οικογένεια του για να παραθερίσει και αυτός... Μου γράφει:
«Βρίσκομαι εδώ ήδη τέσσερεις μέρες. Περνώ θαυμάσια!...
Άνεμος δροσερός, βορειοδυτικός, βορειοανατολικός και καμιά φορά μέτριος, για να μη χαλάει το κέφι κανενός. Έχω απόλυτη γαλήνη και ησυχία. Τουτέστιν ώρα έκτη πρωινή μαίνεται ο γαλατάς. Εκεί που δεν τον περιμένεις ξεφυτρώνει μέσα από τα περιβόλια και τους αγρούς.
Οι σκνίπες και τα κουνούπια είναι ποιητικότατα και δεν έχουν καμία σχέση με τα πεζά έντομα της Αθήνας. Ποιος μπορεί να παραπονεθεί για το νυχτερινό τραγουδάκι του κουνουπιού, το οποίο σου φέρνει την ευωδιά του πεύκου, όπου κοιμήθηκε την ημέρα, και όχι την μυρουδιά της κουζίνας, όπως σου φέρνουν εσένα τα αστικά κουνούπια!

Σήμερα άρχισε να το λέει κλεφτά στο κλαρί και ο πρώτος τζίτζικας. Έχεις εσύ τέτοια ποίηση; Κομμάτια να γίνει ο μεσημεριανός ύπνος!...


Έπειτα ποιος είπε ότι ο άνθρωπος πρέπει να κοιμάται στην εξοχή και να μην απολαμβάνει τα θέλγητρά της;
Έχεις εσύ κατσίκες με κουδούνια μόλις ανατέλλει το φως της ημέρας και εσύ σκέπτεσαι: ¨Τώρα που πάλεψα με τα κουνούπια του δρυμού και νίκησα, θα κοιμηθώ...¨;




Έχεις προβατάκια να σου κρατούν το ίσο, βόσκοντας από τις τρεις τα μεσάνυχτα, στα όνειρα της αγρυπνίας σου;
Έχεις είκοσι σκυλιά να ανταποκρίνονται ολονυχτίς το ένα στην πρόσκληση του άλλου, από το πλησιέστερο μέχρι το πιο μακρινό που σβήνεται η φωνή του, εκεί στα βάθη του λόγγου;






Έχεις εσύ όλα τα αθώα πλασματάκια, που, μόλις άφησαν τα θρανία, ξεχύθηκαν σαν στοιχειά και δαιμόνια των δασών, χωρίς να γνωρίζουν ούτε πρωί, ούτε μεσημέρι, ούτε νύχτα;
Εσύ δεν έχεις, άνθρωπε της πόλης, τίποτε από αυτά! Τα έχω όλα εγώ και επί πλέον όλα τα βασανάκια της πόλης, του δρόμου, της γειτονιάς –τα δικά σου...



Όλα τα ραδιόφωνα νέου συστήματος εδώ δοκιμάζονται. Εδώ βρίσκονται όλα τα τραγούδια του ελληνικού σταθμού, τα κλέφτικα και τα ποιμενικά, εναρμονισμένα με το θαυμάσιο περιβάλλον.

Έχω το ¨πάγο¨, τον καρεκλά, ακόμη και τον μπαλωματή με τα τρομερά εργαλεία του. Τι μου λείπει; Μου εμφανίστηκε χτες και ο λαιμοδετάς της οδού Σταδίου!

Αγοράζεις λαιμοδέτη και κάνεις βρόχο να αυτοκτονήσεις ή όχι;...
Καμιά φωνή από τις τόσο γνωστές και αγαπητές της γειτονιάς μου δεν με εγκατέλειψαν και όλες οι εγκαταλελειμμένες γάτες θαρρείς και μετακόμισαν εδώ!


Ακόμα και η κριτική του δρόμου είναι παρούσα. Τα ιδιαίτερα και τα εν οίκω ταξιδεύουν επί των πτερών του ανέμου από έπαυλη σε έπαυλη, από κήπο σε κήπο, από βεράντα σε βεράντα να με νανουρίζουν απαλά.
Πούλησε λοιπόν ό,τι έχεις και δεν έχεις. Μάζεψε όσα περισσότερα μπορείς, και σπεύσε να αγοράσεις βίλλα ή κόψε από τον επιούσιο για να νοικιάσεις...».
***

Να αγοράσω... να νοικιάσω έστω... αλλά για να καταντήσω να γράφω γράμματα σαν το παραπάνω;
Η πλατεία του Συντάγματος χαρίζει την ισορροπία στους ανθρώπους. Και το μέγα αυτό αγαθό το εννόησαν πολλοί από τους συμπολίτες, οι οποίοι δεν το κουνούν πλέον από εκεί το καλοκαίρι.

Όσον αφορά τον επιστολογράφο μου, αντιπροσωπεύοντα και όλους τους δεινοπαθούντες παραθεριστές: κλάψτε τον!
(βασισμένο σε χρονογράφημα του ¨ΛΑΥΡΑ¨ για την ΕΣΤΙΑ, 1938)
Θωμάς Σιταράς, Αθηναιογράφος- Συγγραφέας, FB: Σιταράς Θωμάς

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αρχειοθήκη ιστολογίου