Τρίτη, 21 Μαΐου 2019

Γνωστός ηθοποιός ο γιoς-ήρωας του κτήνους της Λαμίας

Μεγάλωσε μέσα στη φρίκη και τη βία του πατέρα που εξέδιδε την ίδια του την κόρη. Κατάφερε να ξεφύγει σπουδάζοντας. Αλλαξε ταυτότητα και πλέον διαπρέπει ως ηθοποιός -
Επέστρεψε για να σώσει την αδελφή του αλλά κυρίως την ψυχή του, αποκαλύπτοντας το πραγματικό πρόσωπο του πατέρα τους
Γενικό Νοσοκομείο Λαμίας. Ενας υπάλληλος λέει σε κάποιες νοσοκόμες συναδέλφους του να βγουν έξω για ένα διάλειμμα «άνθρωποι είμαστε, από το πρωί δουλεύουμε σαν τα σκυλιά, ας κάνουμε μια διακοπή». Οι κοπέλες γελούν σιγοψιθυρίζοντας η μία στην άλλη: «Πάμε, βρε κορίτσια, πλάκα θα ’χει. Ισως να μας πει πάλι για τις κατακτήσεις του σε κάποιο πανηγύρι».

Λίγα λεπτά αργότερα η πιθανότητα μετατρέπεται σε βέβαιο γεγονός, με τον 53χρονο να δίνει ακόμη ένα ρεσιτάλ «ανδρισμού» με όργανο το κινητό του τηλέφωνο: «Να κοίτα εδώ! Σου αρέσει αυτή; Είναι τραγουδίστρια, τη γνώρισα σε ένα πανηγύρι. Ωραίο μωρό. Της αρέσω πολύ». Οι νοσοκόμες τον πειράζουν, κάποια από αυτές τον μαλώνει: «Αμάν! Εχεις γυναίκα και πέντε παιδιά. Ετσι όπως το πας, θα χαλάσεις το σπίτι σου». Το ύφος του «εραστή» παραχωρεί τώρα τη θέση του σε μια καλοστημένη παράσταση δυστυχίας με σφίξιμο στα χείλη και αναστεναγμούς: «Ποιο σπίτι; Το χαλασμένο; Η γυναίκα μου έχει ψυχική νόσο, με φάρμακα την έχω όλη μέρα. Πολλά ψυχολογικά προβλήματα, δεν είναι καλά. Τη λυπάμαι όμως γι’ αυτό δεν τη χωρίζω. Το ίδιο και η κόρη μου, το παιδί γεννήθηκε με κουσούρι στο μυαλό, έμοιασε στη μάνα της. Δεν ξέρεις τι περνάω. Και τ’ αγόρια, τον χαβά τους. Ολα από τα χέρια μου περνάνε. Με δυο δουλειές τα βγάζω πέρα. Τη μισή μέρα στο νοσοκομείο, την άλλη μισή στα γουρούνια. Ανθρωπος είμαι κι εγώ. Να μη χαρώ λίγο τη ζωή;». Το διάλειμμα τελειώνει. Μία από τις νοσοκόμες επαναλαμβάνει τους στίχους από κάποια ανάρτησή του στο Facebook: «Η Τουγιότα θέλει πάτημα και η γκόμενα περπάτημα», τα κορίτσια γελάνε δυνατά, καμιά τους δεν μπορεί να φανταστεί την κόλαση μέσα στην οποία έχει πετάξει χρόνια τώρα την οικογένειά του ο «εραστής των πανηγυριών»...

Ο Γολγοθάς των πέντε παιδιών

Τέλη δεκαετίας του ’90. Σε κάποια γειτονιά της Λαμίας, προτού ακόμη ξημερώσει, ένας πατέρας τραβάει απότομα από το κρεβάτι τον 5χρονο γιο του: «Ξύπνα, γαϊδούρι, να έρθεις μαζί μου στα γουρούνια να με βοηθήσεις». Το παιδάκι δεν ανταποκρίνεται άμεσα στις διαταγές του πατέρα-αφέντη, είναι πολύ μικρό για να αντέξει, εκείνος αρχίζει να το χτυπάει σε όλο του το κορμί και να το βρίζει με χυδαίες εκφράσεις. Η μάνα δεν αντιδρά. Δεν της επιτρέπει ούτε το μέγεθος του φόβου της αλλά ούτε κι εκείνο της διανοητικής της κατάστασης. Ο μόνος που εναντιώνεται στον πατέρα είναι ο παππούς: «Aσε κάτω το παιδί! Πρέπει να πάει σχολείο. Να μάθει γράμματα». Ο πα-τέρας βρίζει και χτυπά τώρα και τον ηλικιωμένο άνδρα. Το παιδί κλαίει με λυγμούς κι ύστερα σηκώνεται ακολουθώντας τον τύραννο. Νηστικό, βρώμικο, δυστυχισμένο.

Κάποια φώτα ανάβουν από τα διπλανά σπίτια, οι γείτονες βλέπουν, οι συγγενείς γνωρίζουν, κανείς τους δεν μιλά. Οι δυο τους, πατέρας και γιος, βρίσκονται λίγο μετά, στην κτηνοτροφική μονάδα με τα γουρούνια που διατηρεί ο πατέρας-δυνάστης. Το παιδάκι καθαρίζει το χοιροστάσιο, το νερό παγώνει τα χέρια του, όπως ακριβώς και τα χτυπήματα από μπετόβεργες κάθε φορά που δεν κάνει κάτι καλά. Τα χρόνια περνούν και η οικογένεια μεγαλώνει με τον ερχομό στον κόσμο τριών ακόμη αγοριών κι ενός κοριτσιού. Ο πρωτότοκος μοιάζει να είναι το στήριγμα όλων τους. Είναι πολύ έξυπνος, ιδιαίτερα πονετικός απέναντι στα μαρτύρια που περνούν εκείνος και τα τέσσερα αδέλφια του. Είναι όμως παιδί. Πώς και για πόσο ένα μικρό παιδί μπορεί να εναντιωθεί στον διεστραμμένο εγκέφαλο ενός ενήλικα; Μπορεί. Οχι με άμεση απάντηση στην κτηνωδία αλλά με έμμεση στην ελπίδα μιας καλύτερης ζωής. Ο μικρός διαβάζει μερόνυχτα, τραβώντας κάθε τόσο από μέσα του τα βέλη με τα πικρόχολα σχόλια των συνομηλίκων του, οι πληγές δεν θα κλείσουν ποτέ, η μάθηση ωστόσο θα ανοίξει για εκείνον τα σύνορα μιας λιγότερο εκδικητικής σκέψης, μιας καλύτερης ζωής.



Παράλληλα με το σχολείο δουλεύει ως γκαρσόνι, όποια χρήματα «ανακαλύπτει» ο πατέρας τα χάνει, την πίστη του πως κάποτε όλα θα αλλάξουν, όμως, ποτέ. Μοναδικό στήριγμά του σε εκείνα τα πέτρινα χρόνια, ο παππούς. Eνας άνθρωπος πατέρας και μάνα μαζί, τρυφερός με όλα τα παιδιά, που διαισθανόταν τι θα συμβεί και που έφυγε από τη ζωή έχοντας στα χείλη του τη φράση: «Τη μικρή! Πρόσεχε τη μικρή». Το 2011, όταν ο παππούς πεθαίνει, ο κόσμος του παιδιού καταρρέει. Eνας κόσμος τον οποίο αρχίζει να ξαναχτίζει δειλά-δειλά με θεμέλια τα βιβλία και τη δίψα του για μάθηση: «Ηταν ένα απίστευτο παιδί, τόσο στην ψυχή όσο και στον τρόπο σκέψης. Παρά τις τραγικές συνθήκες ζωής που βίωσε, ήταν ο πρώτος μαθητής στο σχολείο, ένα παράδειγμα για όλους μας. Ιδιαίτερα φιλομαθής, δεν έβγαινε, στόχος του ήταν να πετύχει και να φύγει μακριά από αυτόν τον πατέρα. Αλλο παιδί στη θέση του μπορεί να είχε μπλέξει, να είχε καταστραφεί.

Εκείνος επέλεξε να μετατρέψει τον πόνο του σε δύναμη και τη δύναμη σε νέο ξεκίνημα», λέει μία φίλη του και συνεχίζει: «Θυμάμαι πως για την οικογένειά του δεν έλεγε πολλά και όταν μιλούσε για εκείνη παρουσίαζε μια άλλη πραγματικότητα, ίσως εκείνη που έβλεπε στα όνειρά του. Υποστήριζε πως η οικογένειά του ήταν καλή, ότι έχει έναν αδελφό -ενώ κάθε φορά που βγαίναμε έξω, στην επιστροφή μάς έλεγε να τον αφήσουμε αόριστα εδώ ή εκεί, σε τοποθεσίες κοντά στο σπίτι του αλλά ποτέ έξω από αυτό. Εμείς είχαμε καταλάβει πού έμενε αλλά δεν του το είπαμε ποτέ για να μην τον φέρουμε σε δύσκολη θέση. Πώς ήταν το σπίτι του;

Δεν ήταν σπίτι αυτό. Δεν είχε καν πόρτα, μια σήτα άνοιγες για να μπεις. Ενα ισόγειο με μια λάμπα κρεμασμένη από ένα σκοινί, φτώχεια, βρώμα, θλίψη. Θυμάμαι πως ποτέ δεν ανέφερε ποτέ τις λέξεις “μάνα” και “πατέρας”, ήταν σαν να μην υπήρχαν για εκείνον. Στα 17 του πέρασε στο ΑΠΘ, ήταν βέβαιο ότι κάπου θα επιτύχει, και έφυγε από εδώ. Ερχόταν σπάνια στη Λαμία, σπίτι του δεν έμενε ποτέ. Κάποια στιγμή έμαθα ότι σπούδαζε και Δημοσιογραφία, πως μάθαινε τρεις ξένες γλώσσες, ότι δούλευε και παρακολουθούσε μαθήματα υποκριτικής. Πόσα πολλά έκανε για να μη σκέφτεται. Πόσα πράγματα μάθαινε για να μπορεί να ξεχνά. Τελικά έγινε ηθοποιός. Ενας νέος ανερχόμενος ηθοποιός. Το όνομά του δεν είναι πλέον το ίδιο. Το άλλαξε».

Η νέα ταυτότητα και η σωτηρία της αδελφής του

Ενήλικος πια χάνεται μέσα στο αθηναϊκό πλήθος. Με νέα ταυτότητα και ολοκαίνουρια όνειρα ανεβαίνει στη σκηνή του θεάτρου. Οι σκηνοθέτες τον επιλέγουν, οι κριτικοί τον προσέχουν, οι θεατές των χειροκροτούν. Εκείνος αγαπά να ενσαρκώνει ρόλους με συναίσθημα, ήρωες με νόημα -καλό ή κακό-, η αρετή άλλωστε αποθεώνεται έτσι κι αλλιώς στο τέλος. Σε συνεντεύξεις του παραδέχεται πως έχει πέσει θύμα bullying και πως έχει βιώσει πολύ άσχημα παιδικά χρόνια. Οτι γι’ αυτό αγαπά τα παιδιά, στα οποία εμείς οφείλουμε να καλλιεργούμε την αγάπη για το θέατρο και τους μεγάλους συγγραφείς. Πως η γνώση μάς πάει μπροστά, όλα τα άλλα οδηγούν στο κενό. Οι κόποι για την κατάκτηση μιας νέας ζωής έχουν ευοδωθεί, με την παλιά ωστόσο έχει ακόμη ανοιχτούς λογαριασμούς. Οχι γι’ αυτά που πέρασε, σκοπός του δεν είναι η εκδίκηση, αλλά για εκείνους που άφησε πίσω, έγνοια του είναι η σωτηρία τους.

Τα τέσσερα αδέλφια του υπέφεραν και υποφέρουν πολλά, ιδίως η μικρότερη αδελφή του, ένα κορίτσι με ελαφριά νοητική στέρηση. Οταν το κορίτσι ήταν 4 ετών, είδε τον πατέρα του να τη δένει σαν σκυλί με μια αλυσίδα στον λαιμό, να την ξυλοφορτώνει, να την υποτιμά και να την εξευτελίζει. Από σκόρπιες κουβέντες καταλαβαίνει πως όσο η αδελφή του μεγαλώνει τόσο αυξάνονται τα βασανιστήριά της. Ακούει για «άνδρες» οι οποίοι ασελγούν με τη συναίνεση του πατέρα και έναντι αμοιβής επάνω στο ανήλικο κορμί της, για ερωτικά όργια στο χοιροστάσιο, για καταστάσεις που δεν τις χωρά ανθρώπινος νους. Το 2016 αποφασίζει να καταγγείλει μαζί με τα δύο αδέλφια του στις Αρχές όλα όσα συνέβαιναν εις βάρος της ανήλικης αδελφής του, με τους «ειδικούς» να αποφαίνονται πως όλα είναι καλά. Δεν είναι. Στο Ειδικό Σχολείο στο Κωσταλέξι, όπου φοιτά η κοπέλα, μιλά στους δασκάλους της για τον φίλο της τον Αλβανό, για τον εραστή Ινδό, για τον γείτονα «με τον οποίο έκανα μια φορά sex μαζί με τη μαμά».

Λέει επίσης ότι «ο μπαμπάς και η μαμά δεν είναι καλά μαζί. Η μαμά λέει ότι θα χωρίσει κι εγώ θα μείνω μαζί της. Πολλές φορές φεύγω με τη μαμά από το σπίτι και βγαίνουμε έξω με άντρες που γνωρίζουμε σε μαγαζιά. Μετά γυρνάμε πάλι στο σπίτι». Αυτή τη φορά οι δάσκαλοι, που, όπως ακριβώς και ο πρωτότοκος, πιστεύουν ότι αν η κοπέλα μεγάλωνε σε κάποιο άλλο σπίτι, δεν θα είχε κανένα απολύτως πρόβλημα και πως η όποια νοητική της αδυναμία επιδεινώθηκε από το νοσηρό περιβάλλον μέσα στο οποίο έζησε, απευθύνονται σχεδόν παράλληλα στις Αρχές. Οπως επισημαίνει η δημοσιογράφος από τη Λαμία Λίλιαν Χαχοπούλου: «Ο πατέρας είχε αποπειραθεί, σύμφωνα με έγκυρες πληροφορίες, να γράψει και τα αγόρια στο Ειδικό Σχολείο προκειμένου να παίρνει επιδόματα. Οσον αφορά στο κορίτσι, ακούγεται ότι ο ένας εκ των δύο δραστών, ο οποίος είναι παντρεμένος, έδινε στον πατέρα όλη τη σύνταξή του προκειμένου να ασελγεί στο κορμί της μικρής και πως ο πατέρας της τον απειλούσε πως αν σταματούσε να το κάνει θα τον κατήγγελλε στην Αστυνομία για βιασμό».

Στις αρχές του 2019 το θέμα φτάνει στην Εισαγγελία, δίνεται εντολή διερεύνησης και το περασμένο Σάββατο ο πα-τέρας μαζί με δύο 60χρονους άνδρες, έναν γείτονα, και τον υπάλληλο του χοιροστασίου, συλλαμβάνονται από τους αστυνομικούς. Η νέμεσις έχει αρχίσει να δείχνει το πρόσωπό της...

Η τραγική μάνα και το χαμόγελο του πρωτότοκου

Οι τρεις άνδρες ανεβαίνουν τα σκαλοπάτια των δικαστηρίων με χειροπέδες στα χέρια, η κοινή γνώμη σοκάρεται για ακόμη μία φορά, οι γείτονες και οι συγγενείς απενοχοποιούνται με φτηνές δικαιολογίες του στυλ «Γνωρίζαμε αλλά φοβόμασταν τον πατέρα», ο πα-τέρας φωνάζει «είμαι αθώος». Δεν πείθει κανέναν και κυρίως εισαγγελέα και ανακριτή οι οποίοι αποφασίζουν την προφυλάκιση των τριών ανδρών. Πίσω μένει τώρα η μάνα και η μικρή κόρη. Δύο γυναίκες με νοητική στέρηση, ανίκανες να φροντίσουν η μία την άλλη. Κάποιοι τους ζητούν συνέντευξη, η μάνα στέκει αμήχανη και φοβισμένη μπροστά σε κάμερες και μικρόφωνα, το βαθύ ψυχιατρικό της πρόβλημα την οδηγεί σε εικασίες περί αθωότητας των ενόχων. Κι ύστερα όταν τα φώτα κλείνουν μένει μόνη σ’ ένα σπίτι ικετεύοντας τον μεγάλο της γιο: «Αγόρι μου, δεν ξέρω τι κάνω. Συγγνώμη για όλα. Βοήθησέ με, παιδί μου. Μας έχει αφήσει πολλά χρέη. Δεν έχουμε να φάμε. Είμαστε σε άθλια κατάσταση». Εκείνος στέκει εκεί. Δίπλα στη μάνα και την αδελφή του, λέγοντάς τους ότι ο Θεός στον οποίο πιστεύει βαθιά θα του δώσει δύναμη και αυτή τη φορά τη δύναμη να το κάνει. Εύχεται να ανοίξουν στόματα, να σταθούν στο πλάι του όλοι όσοι γνωρίζουν τα μαρτύρια που πέρασαν ο ίδιος και τα αδέλφια του. Παράλληλα, έρχεται αντιμέτωπος με χρέη που ανέρχονται σε πολλές χιλιάδες ευρώ -μόνο το χρέος στη ΔΕΗ αγγίζει τις 25.000 ευρώ-, τραπεζικά δάνεια και διάφορα έγγραφα που φέρουν την υπογραφή της ανίκανης για κάθε δικαιοπραξία μάνας.

Δακρύζει, πονάει, σκουπίζει τα δάκρυα, διώχνει τον πόνο κι ύστερα επαναλαμβάνει τη φράση που ανάρτησε στο FB, στις 11 Μαΐου, ημέρα της σύλληψης του πατέρα του: «Χαμόγελο και μια ανάσα. Πάμε παρακάτω...».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αρχειοθήκη ιστολογίου