Πέμπτη, 15 Φεβρουαρίου 2018

Πότε θα γίνω ευχαριστημένη;

Φιλενάδες, εσείς που αντέχετε να ακούσετε τα μυστικά και τα εσώψυχα μου, αν έχετε χρόνο, διαβάστε τα σύννεφα λέξεων που γέμισαν σήμερα τον ουρανό μου.
Άλλη μια σκοτεινή μέρα, για μένα.

Η λίμνη μπροστά στο νοσοκομείο, έχει γίνει κρύσταλλο και εγώ κάθομαι σαν χάνος και την κοιτάω αποχαυνωμένη.

Δεν έχει δουλειά και ενώ έχει ξημερώσει και λογικά οι ασθενείς θα έπρεπε να σηκωθούν, είναι όλοι ανάσκελα και ξεραμένοι ακόμη.
Άλλη σκασίλα δε είχαν, απ το να περιμένουν εμένα, να μπω στο δωμάτιο να τους καλημερίσω.
Και να τους πετάξω το δίσκο με το πρωινό.
Εγώ πάλι, καμία όρεξη δεν έχω να τους ταΐσω, η αλήθεια να λέγεται
Δουλεύω ρομποτικά. Και αυτό, επειδή ο γκόμενος μου με άφησε και έχει βρει άλλη .
Επειδή δε θα ξανά δω τα πράσινα μάτια του και ούτε θα ξανά αγγίξω τίποτα δικό του, είμαι να πεθάνω.

Είναι 6:45 το πρωί...
Ανοίγω το γραφείο, κοιτάω αν έχει μήνυμα και αν όλα τα φωτάκια είναι με πράσινη ένδειξη.
Όλα δείχνουν ΟΚ και αυτό σημαίνει ότι κανείς μας, δεν κινδυνεύει να πάθει κάτι από την ραδιενέργεια που είναι παντού αλλά φρόνιμη, κάθεται εκεί που την έχουμε βάλει.

Παίρνω το σάκο με τα χρησιμοποιημένα κλινοσκεπάσματα και τα βάζω στον κάδο και τον κάδο στο ασανσέρ.
Κατεβαίνω δυο ορόφους.
Βγαίνω και βάζω το κλειδί στην πόρτα του θαλάμου ψύξης
Αφήνω τον κάδο με τα κλινοσκεπάσματα, γράφω ημερομηνία και ώρα μεταφοράς, το όνομά μου και την βάρδια.
Ξαναβγαίνω έξω, να ανεβώ πάλι στην πτέρυγα.

Ξαφνικά, σταματάω και κάνω νοερά έναν κύκλο με τα μάτια μου στο τούνελ
Όλα εκεί κάτω, είναι τόσο ήρεμα!
Μήπως θα ήταν καλύτερα, να έμενα εδώ για πάντα, μέσα σε αυτή την γαλήνη;
Μήπως αν πάγωνε και έμενα το μυαλό μου, θα ξεχνούσα τον πόνο που με τρυπάει μέχρι το μεδούλι;
Τον πόνο της μοναξιάς!

Ο καθένας μέσα σε αυτό το νοσοκομείο έχει έναν πόνο
Ε ο δικός μου είναι ο πόνος της εγκατάλειψης!

Γιατί πρέπει να ανεβώ πάλι πάνω;
Γιατί πρέπει να δουλέψω και σήμερα;
Γιατί πρέπει να κάνω πάντα το σωστό;
Γιατί άφησα τον εαυτό μου να πληγωθεί;
Γιατί είμαι ζωντανή και συνεχίζω;
Συνεχίσω για που;
Να κάνω τι;
Να υπάρχω για ποιον;

Όταν χάνεις αυτό που ποθείς, παύεις να θέλεις οτιδήποτε άλλο.
Η απλά εγώ πιστεύω πως έτσι είναι.
Τελικά, κοίτα τι σου κάνει μια σχέση!
Όταν τον έχεις και δεν ικανοποιεί, τρελαίνεσαι, λες "κοίτα το βλάκα πως μου φέρεται!"
Μέτα, τον χάνεις και λες, "κοίτα το βλάκα με άφησε!!"

Πότε θα γίνω ευχαριστημένη;
Και με ποιο τρόπο;
Πρέπει για να είμαι ευτυχισμένη, να ζω και να συνυπάρχω οπωσδήποτε με έναν άντρα, για να νοιώθω ολοκληρωμένος άνθρωπος;
Γιατί;
Δεν ξέρω τι μου γίνεται!

Οι λέξεις, οι ερωτήσεις και ότι σκατά, έχω μες το μυαλό, μοιάζουν με σύννεφα!
Σύννεφα, από αυτά τα σκούρα τα βαριά που σε τρομάζουν, σαν σκεφτείς πόσο νερό έχουν μέσα και πως σε λίγο θα το αδειάσουν ακριβώς εκεί που είσαι εσύ.
Και δεν είναι πως θα βραχείς και ανησυχείς ότι τα ρούχα σου δεν θα γλυτώσουν καθαριστήριο!
Όχι!! Ανησυχείς, επειδή ξέρεις, πως με το που θα αρχίσει να πέφτει το νερό, εσύ θα έχεις ήδη πνιγεί.

Είσαι ευάλωτος, μόνος, απροστάτευτος και βλάκας!!
Ναι αυτό είμαι....
Δεν έχω τίποτα, επειδή χωρίς εκείνον, δεν έχει νόημα τίποτα για μένα!

"Σκατά", λέω, "τράβα πάνω, οι ασθενείς θα έχουν ήδη σηκωθεί και πρέπει να παραλάβεις το βαγόνι με το πρωινό να το μοιράσεις."
Βάζω το κλειδί στο ασανσέρ να ανοίξει.
Πατάω το κουμπί και περιμένω να ανέβει ξανά στην πτέρυγα.
Εντωμεταξύ, περιμένω σαν βλάκας, ακίνητη, στον κόσμο μου
Το ασανσέρ δε έχει ξεκινήσει καν και η πόρτα για δικούς της λόγους δε ανοίγει για να βγω.

Μέσα μου λέω, "πάτα μωρή κουλή το κουμπί, να ακούσει ο άλλος ο μαλάκας, ο χαραμοφάης τεχνικός, να έρθει να σε βγάλει."
Αλλά το χέρι, δε σηκώνεται για κανέναν λόγο.
Κάθομαι σαν ανάπηρο, με τα μάτια στο πάτωμα, να κοιτάω πόσα πλακάκια έχει το τετραγωνικό μέτρο του ανελκυστήρα.
Δεν έχω ρολόι να δω τι ώρα πήγε, σίγουρα θα είναι περασμένες επτά.
Το χέρι μου σηκώνετε, επιτέλους, ρομποτικά και πατάει την ένδειξη SOS.
Ο χαραμοφάης τεχνικός με ακούει και απαντάει σαν να έχει μόλις ξυπνήσει:
- Πείτε μου όροφο και πτέρυγα παρακαλώ.
-Έλα να με βγάλεις βρε βλάκα, στο τμήμα πυρηνικής ιατρικής είμαι, στο υπόγειο 2.

Έρχεται σε λιγότερο χρόνο από ότι θα πίστευε κανείς ότι μπορεί να έρθει, ένας Ιρακινός χαραμοφάης τεχνικός και μου ανοίγει, με βγάζει. Οι Γερμανοί, από το τμήμα πρώτον βοηθειών, με ρωτάνε διάφορα κουλά και με πιάνει ο ένας, μετά τον άλλο, να διαπιστώσουν ότι έχω παλμό, ότι μπορώ να κουνηθώ και ότι δε έχω υποστεί σοκ.
"Μαλάκες, το ασανσέρ χάλασε, όχι εγώ", σκέφτομαι...
Φυσικά και αρνούμαι πως έχω το οτιδήποτε! Όπως θα έκανε το κάθε "ηλίθιο" πλάσμα που σέβεται τον εαυτό του, σε αυτό τον πλανήτη.
Τους προσπερνώ φουριόζικα.
"Άντε ο καθένας στη δουλεία σας, άντε πρωί, πρωί, γιατί έχω ζοχάδες"!
Τους αγνοώ και πάω να συνεχίσω την βάρδια μου κανονικά.

Είμαι σχιζοφρενής, το ξέρω!
Αλλά δε είναι ανάγκη να το μάθουν και οι άλλοι!!!!

Μην αφήσεις μωρή δόλια, τον εαυτό σου να τρελαθεί επειδή ο γκόμενος διάλεξε την γλωσσολάγα / θεαρτολόγα και άφησε εσένα που δε είσαι ικανή να βγεις από το ασανσέρ μόνη σου και πρέπει να καλέσεις το μισό νοσοκομείο να σε βγάλει.

Σπρώχνω το βαγόνι με το πρωινό και κοιτάω λοξά και με μια αηδία τους δίσκους
Τι τρώνε και αυτοί οι φουκαράδες θεέ μου!
Πάλι καλά, που λόγο του έρωτα που “απεβίωσε” μου έχει κοπεί η πείνα.

Ένα καλό έχει αυτή η ιστορία, χάνω κιλά.
Βλέπω στο πίνακα μια ένδειξη ότι ένας ασθενής, μπορεί να δεχτεί το δίσκο με το πρωινό.

"Σήκω μωρή ακαμάτρα", λέω στον εαυτό μου, "υπάρχουν ακόμη άνθρωποι που σε έχουν ανάγκη!"

Ξεχνάω τον γκόμενο, σουλουπώνομαι και πάω να αφήσω στο πρώτο δωμάτιο το δίσκο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αρχειοθήκη ιστολογίου