Τετάρτη 19 Αυγούστου 2026

ΣτΕ: «Όχι» στην επαναφορά των δώρων στους δημοσίους υπαλλήλους – Το σκεπτικό της απόφασης

Το Συμβούλιο της Επικρατείας αποφάσισε για την επαναφορά των δώρων στους δημοσίους υπαλλήλους

Οριστικά κλείνει σε δικαστικό επίπεδο το αίτημα για την επαναφορά των δώρων στους

δημοσίους υπαλλήλους, καθώς η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας έκρινε ότι η μη επαναφορά των επιδομάτων εορτών και αδείας δεν παραβιάζει ούτε το Σύνταγμα ούτε το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Με την απόφαση 1201/2026, το ανώτατο διοικητικό δικαστήριο απέρριψε αγωγή δημοσίου υπαλλήλου, ο οποίος ζητούσε την καταβολή δύο επιπλέον βασικών μισθών για κάθε έτος, για την περίοδο από 1η Ιανουαρίου 2023 έως 31 Δεκεμβρίου 2024.

Η υπόθεση είχε ιδιαίτερη σημασία, καθώς εξετάστηκε στο πλαίσιο πρότυπης δίκης, ενώ υπέρ του ενάγοντος είχε παρέμβει η ΑΔΕΔΥ. 


Τι είναι τα «δώρα» που ζητούσαν οι δημόσιοι υπάλληλοι

Η διεκδίκηση αφορούσε τα επιδόματα Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας, τα οποία στην καθημερινή γλώσσα αποκαλούνται 13ος και 14ος μισθός.

Τα συγκεκριμένα επιδόματα είχαν περιοριστεί σημαντικά κατά την περίοδο των δημοσιονομικών μέτρων και καταργήθηκαν ολοσχερώς για τους δημοσίους υπαλλήλους με τον νόμο 4093/2012.

Το αίτημα που εξετάστηκε από το ΣτΕ ήταν ουσιαστικά αν, μετά τη βελτίωση των δημοσιονομικών συνθηκών, ο νομοθέτης είχε πλέον υποχρέωση να τα επαναφέρει. 


Η υπόθεση έφτασε στην Ολομέλεια του ΣτΕ

Η διαδικασία ξεκίνησε από αγωγή δημοσίου υπαλλήλου ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών.

Ο ενάγων υποστήριξε ότι ο νομοθέτης είχε παραλείψει να επαναφέρει τα επιδόματα για την περίοδο 2023-2024 και ζητούσε δύο επιπλέον βασικούς μισθούς για κάθε έτος.

Επικαλέστηκε, μεταξύ άλλων, το Σύνταγμα, την αρχή της ισότητας και την ευρωπαϊκή νομοθεσία για τους επαρκείς κατώτατους μισθούς. Η υπόθεση παραπέμφθηκε στην Ολομέλεια του ΣτΕ λόγω της ευρύτερης σημασίας της. 


Τι έκρινε το ΣτΕ για την ευρωπαϊκή οδηγία

Ένα από τα βασικά επιχειρήματα ήταν ότι η Ελλάδα δεν είχε μεταφέρει με τον απαιτούμενο τρόπο στο εθνικό δίκαιο την Οδηγία 2022/2041 για τους επαρκείς κατώτατους μισθούς στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Το ΣτΕ διευκρίνισε αρχικά ότι η συγκεκριμένη οδηγία μπορούσε να προβληθεί μόνο για το χρονικό διάστημα μετά τη λήξη της προθεσμίας μεταφοράς της στο ελληνικό δίκαιο, δηλαδή από τις 15 Νοεμβρίου 2024 και μετά.

Ωστόσο, εξετάζοντας και την ουσία του επιχειρήματος, το δικαστήριο έκρινε ότι η οδηγία δεν δημιουργεί συγκεκριμένο και άμεσα αξιοποιήσιμο δικαίωμα των δημοσίων υπαλλήλων για την καταβολή των δώρων.

Το ΣτΕ έλαβε υπόψη και απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης του Νοεμβρίου 2025, σύμφωνα με την οποία η ρύθμιση των αποδοχών των εργαζομένων και ειδικότερα του κατώτατου μισθού παραμένει κατά βάση στην αρμοδιότητα των κρατών-μελών. 


Το Σύνταγμα δεν υποχρεώνει το κράτος να επαναφέρει τα δώρα

Το βασικό ζήτημα που εξέτασε η Ολομέλεια ήταν αν η διατήρηση της κατάργησης των δώρων συνιστά αντισυνταγματική παράλειψη του νομοθέτη.

Το ΣτΕ απάντησε αρνητικά.

Οι δικαστές συνεκτίμησαν τη δημοσιονομική πορεία της χώρας μετά το 2018, τις υποχρεώσεις που έχει αναλάβει η Ελλάδα στο πλαίσιο του αναθεωρημένου ευρωπαϊκού πλαισίου οικονομικής διακυβέρνησης, αλλά και στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ σχετικά με το όριο της φτώχειας.

Παράλληλα, εξέτασαν την εξέλιξη του μισθολογικού καθεστώτος των δημοσίων υπαλλήλων και τις μεταγενέστερες μισθολογικές παρεμβάσεις της Πολιτείας. 


Το βάρος των δύο επιπλέον μισθών

Ένα από τα σημαντικότερα σημεία του σκεπτικού αφορά το δημοσιονομικό κόστος.

Η επαναφορά των δώρων δεν θα αφορούσε μια περιορισμένη κατηγορία εργαζομένων, αλλά το σύνολο των δημοσίων υπαλλήλων.

Η χορήγηση δύο επιπλέον βασικών μισθών κάθε χρόνο θα δημιουργούσε μια μόνιμη και σημαντική πρόσθετη επιβάρυνση για το Δημόσιο.

Το ΣτΕ έκρινε ότι, στο πλαίσιο του περιορισμένου δικαστικού ελέγχου που ασκεί σε ζητήματα δημοσιονομικής πολιτικής, η επιλογή του νομοθέτη να μην προχωρήσει στην επαναφορά μπορεί να δικαιολογηθεί από λόγους δημοσίου συμφέροντος και δημοσιονομικής ευστάθειας. 


Η βελτίωση των οικονομικών δεν σημαίνει αυτόματα επαναφορά

Το γεγονός ότι η δημοσιονομική κατάσταση της χώρας έχει βελτιωθεί σε σχέση με τα χρόνια της οικονομικής κρίσης δεν σημαίνει, σύμφωνα με το σκεπτικό, ότι δημιουργείται αυτομάτως συνταγματική υποχρέωση επαναφοράς κάθε παροχής που είχε περικοπεί.

Το δικαστήριο αναγνώρισε στον νομοθέτη ένα σημαντικό περιθώριο επιλογών για τον τρόπο με τον οποίο κατανέμονται οι διαθέσιμοι δημόσιοι πόροι.

Οι μισθολογικές αυξήσεις και οι υπόλοιπες παροχές που έχουν δοθεί τα τελευταία χρόνια μπορούν επομένως να αξιολογούνται ως μέρος μιας συνολικής δημοσιονομικής και μισθολογικής πολιτικής και όχι μεμονωμένα.


Δεν διαπιστώθηκε πρόβλημα αξιοπρεπούς διαβίωσης

Το ΣτΕ εξέτασε επίσης αν η μη καταβολή των δώρων θέτει σε κίνδυνο το αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης των δημοσίων υπαλλήλων.

Η απάντηση ήταν αρνητική.

Με βάση τα οικονομικά δεδομένα που εξετάστηκαν, το δικαστήριο δεν διαπίστωσε ότι η απουσία των συγκεκριμένων επιδομάτων οδηγεί σε κατάσταση που παραβιάζει την προστασία της ανθρώπινης αξίας ή το δικαίωμα σε αξιοπρεπείς συνθήκες διαβίωσης.

Το στοιχείο αυτό ήταν σημαντικό για την κρίση ότι δεν υπάρχει αντισυνταγματική παράλειψη του νομοθέτη.


Τι είπε το ΣτΕ για τη σύγκριση με τον ιδιωτικό τομέα

Ένα ακόμη επιχείρημα αφορούσε τη διαφορετική μεταχείριση δημοσίων και ιδιωτικών υπαλλήλων.

Οι εργαζόμενοι στον ιδιωτικό τομέα εξακολουθούν να λαμβάνουν επιδόματα εορτών και αδείας σύμφωνα με το ισχύον εργατικό πλαίσιο, ενώ οι δημόσιοι υπάλληλοι δεν τα λαμβάνουν.

Το ΣτΕ έκρινε ότι η διαφορά αυτή δεν συνιστά από μόνη της παραβίαση της αρχής της ισότητας.

Ο λόγος είναι ότι οι δημόσιοι υπάλληλοι υπάγονται σε διαφορετικό συνταγματικό και υπηρεσιακό καθεστώς από τους εργαζομένους του ιδιωτικού τομέα.

Παράλληλα, το ύψος και η διάρθρωση των αποδοχών των δημοσίων υπαλλήλων έχουν άμεση σχέση με τα οικονομικά των φορέων της Γενικής Κυβέρνησης και, τελικά, με τη δημοσιονομική κατάσταση του κράτους.


Υπήρξε και μειοψηφία στην Ολομέλεια

Η απόφαση δεν ήταν απολύτως ομόφωνη σε όλα τα επιμέρους ζητήματα.

Στο θέμα της ισότητας διατυπώθηκε μειοψηφία έξι μελών της Ολομέλειας, τα οποία είχαν διαφορετική άποψη σχετικά με το αν η μη επαναφορά των επιδομάτων δημιουργεί ζήτημα άνισης μεταχείρισης.

Η ύπαρξη της μειοψηφίας δεν αλλάζει το αποτέλεσμα της απόφασης, αλλά αποτελεί σημαντικό στοιχείο του δικαστικού σκεπτικού και της συζήτησης γύρω από την υπόθεση. 


Τι σημαίνει πρακτικά για τους δημοσίους υπαλλήλους

Η απόφαση 1201/2026 σημαίνει ότι οι δημόσιοι υπάλληλοι δεν αποκτούν δικαστικά κατοχυρωμένο δικαίωμα στην επαναφορά του 13ου και του 14ου μισθού με βάση τα επιχειρήματα που εξετάστηκαν στη συγκεκριμένη υπόθεση.

Δεν σημαίνει όμως ότι το Σύνταγμα απαγορεύει στην Πολιτεία να επαναφέρει τα δώρα στο μέλλον.

Αν μια κυβέρνηση αποφασίσει να επαναφέρει τα επιδόματα, αυτό μπορεί να γίνει μέσω νομοθετικής ρύθμισης. Το ΣτΕ έκρινε ότι δεν υπάρχει συνταγματική ή ευρωπαϊκή υποχρέωση που να επιβάλλει στον νομοθέτη να το πράξει. 


Το δικαστήριο έκρινε, όχι η κυβέρνηση

Η απόφαση έχει ιδιαίτερη σημασία ακριβώς επειδή ξεκαθαρίζει τα όρια μεταξύ δικαστικής και πολιτικής εξουσίας.

Το ΣτΕ δεν αποφάσισε ότι τα δώρα δεν μπορούν ποτέ να επιστρέψουν. Αποφάσισε ότι η μη επαναφορά τους, υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες και με βάση τα δεδομένα που εξετάστηκαν, δεν αποτελεί αντισυνταγματική παράλειψη του νομοθέτη.

Με άλλα λόγια, η επιλογή για πιθανή επαναφορά τους παραμένει ζήτημα πολιτικής και δημοσιονομικής απόφασης.


Τι κλείνει και τι μένει ανοιχτό

Η απόφαση κλείνει τον δρόμο της δικαστικής διεκδίκησης με το επιχείρημα ότι το Σύνταγμα ή το ευρωπαϊκό δίκαιο επιβάλλουν την επαναφορά των δώρων.

Δεν κλείνει όμως τον πολιτικό δρόμο.

Εάν στο μέλλον η κυβέρνηση και η Βουλή επιλέξουν να επαναφέρουν τα επιδόματα, μπορούν να το πράξουν με νομοθετική παρέμβαση, εφόσον το επιτρέπουν οι δημοσιονομικές συνθήκες.

Το βασικό μήνυμα της απόφασης 1201/2026 είναι επομένως σαφές: το ΣτΕ δεν υποχρεώνει το κράτος να επαναφέρει τα δώρα, αλλά ούτε και απαγορεύει μια μελλοντική πολιτική απόφαση υπέρ της επαναφοράς τους.

Πηγές: Συμβούλιο της Επικρατείας, Reuters, ΑΠΕ-ΜΠΕ, Πρώτο Θέμα

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αρχειοθήκη ιστολογίου