Πέμπτη 5 Νοεμβρίου 2026

Τραμπ: Πώς αλλάζει η εξωτερική πολιτική μετά την εκλογική ήττα

Ο Ντόναλντ Τραμπ και το Καπιτώλιο των Ηνωμένων Πολιτειών μετά τις ενδιάμεσες εκλογές του 2026
Η αλλαγή των κοινοβουλευτικών συσχετισμών στις ΗΠΑ δημιουργεί νέα δεδομένα για την εξωτερική πολιτική της κυβέρνησης Τραμπ.

Η εκλογική ήττα των Ρεπουμπλικανών δεν περιορίζεται στο εσωτερικό πολιτικό σκηνικό των ΗΠΑ. Για πρώτη φορά στη δεύτερη προεδρική θητεία του, ο Ντόναλντ Τραμπ θα βρεθεί αντιμέτωπος με ένα Κογκρέσο που ελέγχεται και από τα δύο σώματα από τους Δημοκρατικούς.

Από τον πόλεμο με το Ιράν μέχρι τη στρατιωτική βοήθεια προς το Ισραήλ και τη στήριξη της Ουκρανίας, οι νέοι συσχετισμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τους χειρισμούς του Λευκού Οίκου. Δεν είναι όμως βέβαιο ότι θα αλλάξουν αυτομάτως την πορεία των συγκρούσεων.

Η εκλογική ανατροπή αλλάζει τις ισορροπίες στην Ουάσιγκτον

Στις ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου 2026, οι Δημοκρατικοί επικράτησαν σε μια σειρά κρίσιμων αναμετρήσεων και εξασφάλισαν τον έλεγχο τόσο της Βουλής των Αντιπροσώπων όσο και της Γερουσίας.

Η ήττα των Ρεπουμπλικανών θεωρείται πολιτική αποδοκιμασία της κυβέρνησης Τραμπ, με τον πόλεμο στο Ιράν, την αύξηση του κόστους ζωής και τις οικονομικές επιπτώσεις της σύγκρουσης να έχουν βαρύνει σημαντικά στο εκλογικό αποτέλεσμα.

Ο ίδιος ο Τραμπ αναγνώρισε ότι ο πόλεμος συνέβαλε στην ήττα του κόμματός του, ενώ ο αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς εμφανίστηκε ακόμη πιο σαφής, αποδίδοντας την εκλογική αποτυχία στη σύγκρουση.

Η νέα κοινοβουλευτική πλειοψηφία αποκτά πλέον σημαντικές αρμοδιότητες στον έλεγχο των δημόσιων δαπανών, στην έγκριση νομοθεσίας και στην εποπτεία της εκτελεστικής εξουσίας. Η αλλαγή αυτή θα αρχίσει να αποτυπώνεται θεσμικά από τον Ιανουάριο του 2027, όταν αναλάβει το νέο Κογκρέσο.

Ιράν: Περιορισμός του πολέμου ή νέα στρατιωτική κλιμάκωση;

Το Ιράν βρίσκεται στο επίκεντρο της νέας πολιτικής αντιπαράθεσης στην Ουάσιγκτον. Ο πόλεμος, που ξεκίνησε στις 28 Φεβρουαρίου 2026 με αμερικανικά και ισραηλινά πλήγματα, έχει προκαλέσει σοβαρές οικονομικές και ενεργειακές επιπτώσεις.

Οι Δημοκρατικοί έχουν ήδη αμφισβητήσει τη νομιμότητα της συνέχισης των στρατιωτικών επιχειρήσεων χωρίς προηγούμενη έγκριση του Κογκρέσου. Με τον έλεγχο και των δύο σωμάτων, αποκτούν τη δυνατότητα να πιέσουν τον πρόεδρο μέσω των αμυντικών δαπανών, να καθυστερήσουν διορισμούς και να απαιτήσουν δημόσια ενημέρωση για τους στρατιωτικούς σχεδιασμούς.

Μια πιθανή προσπάθεια περιορισμού της χρηματοδότησης του πολέμου θα μπορούσε να δημιουργήσει σοβαρή σύγκρουση μεταξύ Κογκρέσου και Λευκού Οίκου. Δεν συνεπάγεται, ωστόσο, ότι οι Δημοκρατικοί μπορούν να σταματήσουν άμεσα τις επιχειρήσεις.

Παράλληλα, ο Τραμπ βρίσκεται μπροστά σε ένα δύσκολο δίλημμα. Μπορεί να επιδιώξει μια διπλωματική συμφωνία με την Τεχεράνη, παρουσιάζοντάς την ως επιτυχία της πολιτικής του, ή να επιλέξει νέα στρατιωτική κλιμάκωση για να αποκαταστήσει την εικόνα ισχύος του.

Οι διπλωματικές επαφές μέσω του Κατάρ έχουν ενταθεί, ενώ στο τραπέζι βρίσκεται και το ενδεχόμενο μιας προσωρινής συμφωνίας για τα Στενά του Ορμούζ. Το Ιράν, από την πλευρά του, δεν θεωρεί ότι η εκλογική ήττα των Ρεπουμπλικανών εγγυάται αλλαγή της αμερικανικής πολιτικής.

Έτσι, το εκλογικό αποτέλεσμα μπορεί να ενισχύσει την πίεση για διαπραγματεύσεις, αλλά δεν αποκλείει την περαιτέρω κλιμάκωση.

Ισραήλ: Η αμερικανική υποστήριξη δεν θεωρείται πλέον δεδομένη

Οι εξελίξεις στο Κογκρέσο δημιουργούν επίσης νέα δεδομένα για τις σχέσεις ΗΠΑ και Ισραήλ. Η παραδοσιακή διακομματική υποστήριξη προς το Ισραήλ έχει αποδυναμωθεί, ιδιαίτερα μεταξύ των Δημοκρατικών, εξαιτίας των απωλειών αμάχων στη Γάζα και της στάσης της ισραηλινής κυβέρνησης.

Η νέα κοινοβουλευτική πλειοψηφία μπορεί να χρησιμοποιήσει τον έλεγχο των στρατιωτικών πιστώσεων για να επιδιώξει περιορισμούς ή ακόμη και διακοπή μέρους της αμερικανικής στρατιωτικής βοήθειας.

Η βασική ετήσια αμερικανική στρατιωτική βοήθεια προς το Ισραήλ ανέρχεται σε περίπου 3,8 δισεκατομμύρια δολάρια, βάσει της ισχύουσας συμφωνίας. Πέρα από αυτό το ποσό, έχουν εγκριθεί πρόσθετες ενισχύσεις και εξοπλιστικά προγράμματα.

Οι πιθανές παρεμβάσεις δεν περιορίζονται στη χρηματοδότηση. Θα μπορούσαν να αφορούν τις πωλήσεις όπλων, την παροχή συγκεκριμένων οπλικών συστημάτων και τη διπλωματική κάλυψη του Ισραήλ σε διεθνείς οργανισμούς.

Ωστόσο, δεν υπάρχει αυτόματη αλλαγή της αμερικανικής πολιτικής. Ο Τραμπ εξακολουθεί να ελέγχει την εκτελεστική εξουσία και να διατηρεί σημαντικές αρμοδιότητες στην εξωτερική πολιτική και στις σχέσεις με το Ισραήλ.

Ουκρανία: Ευκαιρία για περισσότερη αμερικανική βοήθεια

Για το Κίεβο, η εκλογική νίκη των Δημοκρατικών μπορεί να αποδειχθεί ιδιαίτερα σημαντική. Η κυβέρνηση Τραμπ έχει περιορίσει την άμεση στρατιωτική και οικονομική βοήθεια προς την Ουκρανία, ενώ έχει ασκήσει πιέσεις στον Βολοντίμιρ Ζελένσκι για την επίτευξη συμφωνίας με τη Ρωσία.

Οι Δημοκρατικοί έχουν δηλώσει ότι η ενίσχυση της Ουκρανίας αποτελεί προτεραιότητα. Με τον έλεγχο του Κογκρέσου θα μπορούν να προωθήσουν νέα πακέτα βοήθειας και να επαναφέρουν το ζήτημα στην κορυφή της νομοθετικής ατζέντας.

Η δυνατότητα αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία επειδή η στήριξη της Ουκρανίας εξακολουθεί να έχει υποστηρικτές και στους κόλπους των Ρεπουμπλικανών. Εφόσον συγκεντρωθεί επαρκής διακομματική πλειοψηφία, θα μπορούσε ακόμη και να επιχειρηθεί η υπέρβαση ενός προεδρικού βέτο.

Ο Ζελένσκι εξέφρασε την ελπίδα ότι η νέα ισορροπία δυνάμεων θα οδηγήσει σε ισχυρότερη αμερικανική υποστήριξη και σε στενότερη συνεργασία με την Ευρώπη.

Παρά ταύτα, η Ουκρανία δεν μπορεί να θεωρεί δεδομένη την άμεση επιστροφή της αμερικανικής βοήθειας. Οι διαδικασίες έγκρισης, οι πολιτικές αντιπαραθέσεις και η στάση του προέδρου μπορούν να καθυστερήσουν ή να περιορίσουν τις αποφάσεις.

Υπάρχει επίσης ένας κίνδυνος για το Κίεβο: η Μόσχα μπορεί να θεωρήσει ότι η πολιτική αποδυνάμωση του Τραμπ δημιουργεί ένα περιορισμένο χρονικό παράθυρο για να επιδιώξει ευνοϊκότερες στρατιωτικές και διαπραγματευτικές συνθήκες.

Πόσο μπορεί πραγματικά να περιοριστεί ο Τραμπ;

Παρά τη σημαντική εκλογική ήττα, ο Αμερικανός πρόεδρος δεν χάνει τις συνταγματικές αρμοδιότητές του. Διατηρεί τον έλεγχο της εκτελεστικής εξουσίας, την ευθύνη για τη διπλωματία και σημαντικές εξουσίες ως αρχηγός των ενόπλων δυνάμεων.

Το Κογκρέσο, από την άλλη πλευρά, ελέγχει τις πιστώσεις, τη νομοθετική διαδικασία και σημαντικές πτυχές της εποπτείας της κυβέρνησης. Μπορεί να οργανώσει ακροάσεις, να ζητήσει έγγραφα, να διερευνήσει αποφάσεις της εκτελεστικής εξουσίας και να απαιτήσει λογοδοσία για τις στρατιωτικές επιχειρήσεις.

Ο Τραμπ έχει ήδη προειδοποιήσει ότι θα χρησιμοποιήσει το δικαίωμα του προεδρικού βέτο απέναντι σε νομοθετικές πρωτοβουλίες των Δημοκρατικών. Για να υπερκεραστεί ένα βέτο απαιτείται πλειοψηφία δύο τρίτων και στα δύο σώματα, κάτι που δεν εξασφαλίζεται απλώς από την εκλογική νίκη.

Επομένως, η νέα κατάσταση δεν ισοδυναμεί με αλλαγή κυβέρνησης. Δημιουργεί, όμως, ένα ισχυρότερο σύστημα κοινοβουλευτικών ελέγχων και πολιτικών περιορισμών.

Μια πιο αβέβαιη διεθνής περίοδος μέχρι το 2028

Οι επόμενοι μήνες θα δείξουν αν η εκλογική ήττα θα οδηγήσει τον Τραμπ σε μεγαλύτερη διπλωματική ευελιξία ή σε ακόμη πιο επιθετικές κινήσεις στην εξωτερική πολιτική.

Για το Ιράν, το κρίσιμο ερώτημα είναι αν θα επικρατήσει η διαπραγμάτευση ή η στρατιωτική κλιμάκωση. Για το Ισραήλ, αν η αμερικανική στρατιωτική και διπλωματική υποστήριξη θα υποστεί ουσιαστικούς περιορισμούς. Για την Ουκρανία, αν η νέα κοινοβουλευτική πλειοψηφία θα μπορέσει να εξασφαλίσει πρόσθετη βοήθεια και να ανακόψει πιέσεις για μια συμφωνία με δυσμενείς όρους.

Το βέβαιο είναι ότι ο Τραμπ θα χρειαστεί πλέον να υπολογίζει περισσότερο το Κογκρέσο. Η εκλογική ήττα δεν του αφαιρεί την εξουσία στην εξωτερική πολιτική, αλλά περιορίζει την πολιτική και οικονομική ελευθερία με την οποία μπορούσε μέχρι σήμερα να την ασκεί.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αρχειοθήκη ιστολογίου