Δευτέρα 28 Φεβρουαρίου 2022

Μια φρίκη που δεν τιμωρήθηκε ποτέ:


Το τέρας του «Μικρού Άουσβιτς» έζησε ελεύθερο για 25 χρόνια
Πώς το ναζιστικό «τέρας» που επέβλεπε τα βασανιστήρια και τη δολοφονία των παιδιών συνέχισε να ζει άνετη και ελεύθερη ζωή μετά τον πόλεμο - Έγραφε μάλιστα βιβλία και εκπαιδευτικά εγχειρίδια για τη γερμανική Αστυνομία! Ο αξιωματικός των SS Φρήντριχ Καμίλο Έχρλιχ ήταν διοικητής του «Kinder-KZ», στρατοπέδου συγκέντρωσης των Ναζί για παιδιά Πολωνών στo κατεχόμενo Λοτζ κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ήταν αυτός που επέβλεπε εκεί την εγκληματική και απάνθρωπη μεταχείριση έως και 2.000 παιδιών, από τα οποία περίπου 300 δολοφονήθηκαν ή πέθαναν λόγω των φρικτών συνθηκών. Ο Έχρλιχ συνελήφθη από τον Κόκκινο Στρατό μετά τον πόλεμο και καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη.



Όμως αφέθηκε ελεύθερος από τις ανατολικογερμανικές -τότε- αρχές και στη συνέχεια εξαφανίστηκε. Μια έρευνα- σε βάθος- στα γερμανικά και πολωνικά αρχεία από το «Museum of Polish Children of Victims ofTotalitarianism» (σ.σ. Μουσείο Παιδιών της Πολωνίας -θυμάτων του Ολοκληρωτισμού) , που ιδρύθηκε στην Πολωνία, αποκάλυψε ότι δεν τον ανακάλυψαν ποτέ οι Αρχές ώστε να εκτίσει την ποινή του επειδή το όνομά του είχε γραφεί ανορθόγραφα! ΄




Εγραψε μάλιστα ένα βιβλίο για τη Γερμανική Αστυνομία με τίτλο στα γερμανικά «Einbrecher: Aufzeichnungen eines Kriminalkommissars», που μεταφράζεται ως «Διαρρήκτες: Σημειώσεις ενός ντετέκτιβ επιθεωρητή».








Ένας ναζί εγκληματίας και βασανιστής παιδιών που δεν τιμωρήθηκε ποτέ

Ο Μίκαλ Χάνκιεβιτς από το Μουσείο Παιδιών της Πολωνίας -θυμάτων του Ολοκληρωτισμού, που διεξήγαγε την έρευνα είπε ότι λόγω ενός λάθους της Διοίκησης, ο εγκληματίας Ναζί ήταν γνωστός ως Καρλ ΄Εχριλχ μετά τον πόλεμο. «Συνεπώς, δεν λογοδότησε ποτέ για τα εγκλήματα πολέμου που διέπραξε», είπε ο κ. Χάνκιεβιτς και συνέχισε: «΄Εχοντας τις νέες πληροφορίες ότι ο Καρλ ΄Εχριλχ και ο Φρήντριχ Καμίλλο ΄Εχρλιχ ήταν το ίδιο πρόσωπο μπορέσαμε να αρχίσουμε να ενώνουμε τα κομμάτια της ζωής του. Εξετάζοντας τα γερμανικά αρχεία, καταφέραμε να ανακαλύψουμε ότι τον Φεβρουάριο του 1950 μεταφέρθηκε σε μια φυλακή στο Βάλντχάιμ».

Στις 16 Μαΐου 1950, το Εθνικό Δικαστήριο στο Τσέμνιτζ (σ.σ. πόλη της πρώην Ανατολικής Γερμανίας) τον καταδίκασε σε ισόβια κάθειρξη, στέρηση πολιτικών δικαιωμάτων και δήμευση περιουσίας. Όμως στις 28 Απριλίου 1956, ο Έχρλιχ αφέθηκε ελεύθερος από τις Αρχές της Ανατολικής Γερμανίας, χωρίς να αναφέρεται κάποιος λόγος για την αποφυλάκιση. Έφυγε για τη Δυτική Γερμανία, όπου η καταδίκη του θεωρήθηκε ανυπόστατη.



Μετά τη φυγή του στη Δυτική Γερμανία, άρχισε να δημοσιεύει άρθρα για την εγκληματολογική επιστήμη και επίσης έγραψε εγχειρίδια για αστυνομικούς για το πώς να ενθαρρύνουν τους εφήβους να αποφεύγουν το έγκλημα. Έζησε τη ζωή του άνετα στο Μόναχο γράφοντας εγχειρίδια για τη γερμανική αστυνομία και πέθανε στο Μόναχο στις 6 Ιουνίου 1974 σε ηλικία 81 ετών.




Ωστόσο, το 1970 ο ΄Εχρλιχ ανακρίθηκε ως ύποπτος σε σχέση με μια έρευνα εναντίον του Χάινριχ Φούγκε, ο οποίος ήταν διοικητής σε ένα άλλο στρατόπεδο συγκέντρωσης κοντά σε αυτό στο Λότζ. Ο Έχρλιχ αρνήθηκε ότι είχε διαπράξει εγκλήματα και ισχυρίστηκε ότι είχε απαγορεύσει τον ξυλοδαρμό παιδιών. Ισχυρίστηκε επίσης ότι δεν είχε δει ποτέ φρουρούς με μαστίγια ή ραβδιά. Είπε ότι επέτρεπε στα παιδιά να δουν τις οικογένειές τους και υποστήριξε ότι μόνο τρία παιδιά πέθαναν στο στρατόπεδο υπό τις διαταγές του. Δεν απαγγέλθηκαν κατηγορίες εναντίον του.

Γεννημένος στις 23 Φεβρουαρίου 1893 στο Λόβνιτς της Σαξονίας, κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, ο Έχρλιχ προήχθη στο βαθμό του Υπολοχαγού και κέρδισε τον Σιδηρού Σταυρό. Εντάχθηκε στην Αστυνομία και εργάσθηκε ως ντετέκτιβ στη σημερινή πόλη Τσέμνιτζ. Με το άνοιγμα του παιδικού στρατοπέδου τον Δεκέμβριο του 1942 με εντολή του αρχηγού των SS Χάινριχ Χίμλερ, ο Έχρλιχ διορίστηκε διοικητής του.

«Μικρό Άουσβιτς»

Κρυμμένο μέσα στο εβραϊκό γκέτο του Λοτζ, ήταν το μόνο στρατόπεδο που δημιούργησαν οι Ναζί ειδικά για παιδιά στην κατεχόμενη Ευρώπη. Περίπου 2.000 παιδιά από την Πολωνία, ηλικίας μεταξύ δύο και 16 ετών αντιμετώπισαν εκεί ανείπωτη φρίκη καθώς φυλακίστηκαν σε φρικτές συνθήκες, ξυλοκοπούνταν, βασανίζονταν και λιμοκτονούσαν. Το στρατόπεδο έγινε σύντομα γνωστό ως «Μικρό Άουσβιτς» λόγω του υψηλού ποσοστού θνησιμότητας και της βίας που ασκούνταν από τους εγκληματίες των SS.

Τα παιδιά απομονώθηκαν από το κύριο γκέτο Λοτζ, το οποίο «φιλοξενούσε» ενήλικες, με έναν ψηλό ξύλινο φράχτη που κατασκευάστηκε από Εβραίους κρατούμενους. Τα περισσότερα ήταν γιοι και κόρες όσων οι Ναζί αποκαλούσαν «επικίνδυνους ληστές» - άνδρες και γυναίκες που ανήκαν στο κίνημα της «υπόγειας αντίστασης». ΄Ηταν επίσης άστεγα παιδιά και άτομα με ψυχικές και σωματικές αναπηρίες. Ακόμη κλείσθηκαν εκεί και κάποια παιδιά που είχαν συλληφθεί για μικροαδικήματα. Τους πήραν τις ταυτότητες και τα ρούχα τους και τα ανάγκασαν να φορούν γκρι στολές φυλακής και τσόκαρα. Δεν είχαν πλέον όνομα – μόνο αριθμό και με αυτόν τα αναγνώριζαν- και αναγκάζονταν να υπομένουν αφόρητες συνθήκες διαβίωσης.




Αν και δεν ήταν «τυπικά» μέρος του τεράστιου συστήματος των στρατοπέδων συγκέντρωσης των Ναζί, οι επιζώντες λένε ότι οι βάρβαρες συνθήκες ήταν χειρότερες από άλλα στρατόπεδα. Οι κρατούμενοι ήταν στριμωγμένοι σε ξύλινα μπλοκ που προσέφεραν ελάχιστη προστασία από το κρύο τον χειμώνα, ενώ οι Γερμανοί φρουροί έμεναν σε κτίρια από τούβλα με θέρμανση. Οι μαρτυρίες κρατουμένων μιλούν για συνεχή, ακατάπαυστη πείνα. Για πρωινό στα παιδιά έδιναν μόνο μία φέτα ψωμί και μισό λίτρο μαύρο καφέ. Για μεσημεριανό γεύμα τούς έδιναν μόνο μισό λίτρο σούπα από γογγύλι ή πατάτα και φύλλα παντζαριού ή λάχανο για δείπνο. Πολύ σπάνια τους έδιναν μια κουταλιά μαρμελάδα.

Πολλά από τα παιδιά πέθαναν από ασιτία και ασθένειες ή από άγριους ξυλοδαρμούς και μαστιγώματα στα χέρια των φρουρών των SS. Το στρατόπεδο ήταν μέσα στη βρωμιά, που προκάλεσε μια επιδημία τύφου στα τέλη του 1942 και στις αρχές του 1943 που στοίχισε τη ζωή σε πολλά παιδιά. Όσα έμειναν ζωντανά έκαναν καταναγκαστική εργασία από το πρωί ως το βράδυ και υποβάλλονταν σε απάνθρωπες τιμωρίες από σαδιστές Γερμανούς φρουρούς.

Πιστεύεται ότι έως και 300 παιδιά δολοφονήθηκαν ή πέθαναν μέσα στους τοίχους του στρατοπέδου, αν και ο ακριβής αριθμός είναι άγνωστος. Τα παιδιά αναγκάζονταν να κοιμούνται με στολές στρατοπέδου πάνω σε γυμνές σανίδες, οι οποίες σάπιζαν όταν τα μικρά παιδιά βρέχονταν από τον φόβο τους. Τα ανάγκαζαν να πλένονται έξω, συνήθως χωρίς σαπούνι, σε συνθήκες κατάψυξης κάτω από αντλία παγωμένου νερού ή σε λεκάνη. Μέχρι την άνοιξη του 1944 δεν υπήρχε μπάνιο για τους κρατούμενους ή χώρος για να απολυμαίνονται τα ρούχα, πράγμα που σημαίνει ότι οι ψείρες ήταν μόνιμοι κάτοικοι του στρατοπέδου. Αν οι δεσμοφύλακες διαπίστωναν ότι κάποιο παιδί είχε ψείρες το τιμωρούσαν με μαστίγωμα και στέρηση τροφής.



Δύο τέρατα ναζί δεσμοφύλακες «εις θάνατον»

Ένας από τους πιο διαβόητους φρουρούς του στρατοπέδου ήταν ο σαδιστής ΄Εντβαρντ Αγκούστ. Ο επιζών του στρατοπέδου Γιόζεφ Βιτκόφσκι θυμάται: «Ήταν συνεχώς μεθυσμένος. Ήταν πανταχού παρών. Απολάμβανε να υποβάλλει τους κρατούμενους στα πιο ευφάνταστα βασανιστήρια. Τους χτυπούσε και τους κλωτσούσε στα πιο ευαίσθητα σημεία, τους έθαβε μέσα σε κουτιά με άμμο, τους βύθιζε σε βαρέλι με νερό, τους κρεμούσε από τα πόδια σε μια αλυσίδα και κατέβαζε τα κεφάλια τους σε μια δεξαμενή με μεταχειρισμένα λάδια αυτοκινήτων, έκοβε τα γεννητικά τους όργανα με ένα μαχαίρι, χτυπούσε τις φτέρνες τους με ραβδί και έσβηνε τα τσιγάρα του στο στήθος των κρατουμένων.

Η Σιντόνια Μπάγιερ ήταν η εγκληματίας Ναζί υπεύθυνη για τα κορίτσια του στρατοπέδου με το παρατσούκλι «Frau Doctor», που της κόλλησαν τα παιδιά. Η πρώην πωλήτρια είχε βασικές γνώσεις Πρώτων Βοηθειών και διορίσθηκε υπεύθυνη για τα μπλοκ, όπου πήγαιναν βαριά άρρωστα παιδιά. Ο Γιόζεφ θυμάται: «Απολάμβανε να σέρνει άρρωστα παιδιά στο χιόνι και να τους ρίχνει κρύο νερό. Διέταζε να τα μαστιγώσουν, να τα χτυπήσουν, να τα κλωτσήσουν, να τα αφήνουν νηστικά. Ως μορφή τιμωρίας για τα παιδιά που έβρεχαν το κρεβάτι τους, έφτιαξε έναν ειδικό χώρο βασανιστηρίων. Η επιζήσασα Μαρία Γιαβόβσκα θυμήθηκε πώς ένα 10χρονο κορίτσι που είχε βρέξει το κρεβάτι της πέθανε λίγες μέρες, αφού ξυλοκοπήθηκε άγρια από την Μπάγιερ. Τα αρχεία του στρατοπέδου δείχνουν ότι η Μπάγιερ κατέγραψε φυματίωση ως αιτία θανάτου του κοριτσιού.

Τα παιδιά υποβάλλονταν επίσης σε φρικτά πειράματα καθώς οι φύλακες τα μόλυναν με διάφορες ασθένειες για να δοκιμάσουν μεθόδους θεραπείας. Η Μπάγιερ και ο Αγκούστ συνελήφθησαν μετά τον πόλεμο και εκτελέστηκαν για εγκλήματα που διαπράχθηκαν κατά των παιδιών στο στρατόπεδο.



«Μανούλα μου ψήσε μου 20 τηγανίτες»

Ζωτικής σημασίας έγγραφα καταστράφηκαν από τους Γερμανούς πριν εγκαταλείψουν το στρατόπεδο, καθώς προήλαυνε ο Κόκκινος Στρατός στις 18 Ιανουαρίου 1945. Όταν έφυγαν οι Ναζί από το Λοτζ, είχαν μείνει στο στρατόπεδο περίπου 800 παιδιά. Πέρυσι, οι ερευνητές του «Μουσείου Παιδιών της Πολωνίας -θυμάτων του Ολοκληρωτισμού» ανακάλυψαν γράμματα που γράφτηκαν από παιδιά όσο ήταν φυλακισμένα στο στρατόπεδο του Λοτζ. Στα γράμματα αποκάλυπταν τις απάνθρωπες συνθήκες στις οποίες αναγκάζονταν να ζήσουν αυτά τα παιδιά.

Σε ένα γράμμα, ένα 12χρονο κορίτσι που ονομάζεται Χαλίνκα Κουμπρζίνσκα έγραψε στις 15 Φεβρουαρίου 1944: «Αγαπητοί μου γονείς, αν μπορείτε να μου στείλετε δερμάτινες μπότες γιατί δεν έχω τίποτα να φορέσω (...)Και λίγο σαπούνι και ένα κουτάλι, γιατί δεν έχω τίποτε να φάω».

Σε ένα άλλο γράμμα με ημερομηνία 16 Οκτωβρίου 1944, ένα 12χρονο αγόρι, ο Γιας Σπιχάλα, γράφει «Αγαπημένη μου μανούλα, σε παρακαλώ ψήσε μου 20 τηγανίτες. Και κρεμμύδια και μουστάρδα. Δουλεύω εδώ και φτιάχνω σέλες. Μπορείτε να μου στείλετε φωτογραφίες αλλά μην περιμένετε απάντηση τουλάχιστον για ένα μήνα».

Σε ένα άλλο γράμμα με ημερομηνία 2 Απριλίου 1944, ένα 13χρονο κορίτσι – η Γκερτούντα Νόβακ, γράφει : «Ο Γιέρτζι ήρθε από το νοσοκομείο υγιής, τώρα αρρώστησε ξανά με πνευμονία και υγρό στα πλευρά του. Ανησυχώ πολύ ότι θα χειροτερέψει».

Περιγράφοντας τα ευρήματα ως «ανεκτίμητα» ο Δρ Αντρέι Γιανίτσι από το Μουσείο είπε: «Αυτές οι επιστολές είναι μια ιδιαίτερη, οικεία μορφή επικοινωνίας των παιδιών με τους γονείς τους. Αν τα διαβάσει κανείς «κυριολεκτικά» το περιεχόμενο θα μπορούσε να υποδηλώνει ότι οι συνθήκες ήταν καλές. Τα γράμματα είναι γεμάτα διαβεβαιώσεις ότι τα παιδιά περνούν καλά, ότι όλοι είναι υγιείς. Αλλά ανάμεσα στις γραμμές εμφανίζεται μια τραγική εικόνα. Υπάρχουν πληροφορίες εδώ που λένε για την πραγματική κατάσταση στο στρατόπεδο. Το περιεχόμενο των επιστολών που έγραψαν τα παιδιά προς τους γονείς τους ή άλλους στενούς συγγενείς τους προφανώς δεν δείχνει την αλήθεια για τις συνθήκες του στρατοπέδου- πείνα, ξυλοδαρμούς και ασθένειες. Κάθε γράμμα λογοκρίθηκε και υπαγορεύτηκε από τους φρουρούς. Ωστόσο, ακόμη και αυτό που κατάφεραν να περιγράψουν τα παιδιά είναι συγκλονιστικό.»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αρχειοθήκη ιστολογίου