Μπορεί ένας πολιτικός αρχηγός, ένας βουλευτής ή ένας πρώην πρωθυπουργός να αρνηθεί την πρόσκληση του Προέδρου της Δημοκρατίας στη δεξίωση για την Αποκατάσταση της Δημοκρατίας;
Νομικά, η απάντηση είναι καταρχήν ναι. Δεν προκύπτει διάταξη που να καθιστά υποχρεωτική την παρουσία ενός προσκεκλημένου πολιτικού στη συγκεκριμένη εκδήλωση.
Το ερώτημα όμως δεν τελειώνει εκεί.
Όταν ο προσκεκλημένος κατέχει δημόσιο αξίωμα, εκπροσωπεί πολίτες και η πρόσκληση δεν αφορά μια ιδιωτική κοινωνική εκδήλωση αλλά την επέτειο αποκατάστασης της Δημοκρατίας, αποκτά η παρουσία —ή η συνειδητή απουσία— διαφορετικό θεσμικό βάρος;
Η φετινή επέτειος και οι αρκετές πολιτικές απουσίες από το Προεδρικό Μέγαρο επαναφέρουν ένα ερώτημα που ξεπερνά πρόσωπα και κόμματα.
Τι συνέβη στη φετινή επέτειο
Στις 24 Ιουλίου 2026 συμπληρώθηκαν 52 χρόνια από την Αποκατάσταση της Δημοκρατίας.
Η καθιερωμένη δεξίωση πραγματοποιήθηκε στο Προεδρικό Μέγαρο, με οικοδεσπότη τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας Κωνσταντίνο Τασούλα και περίπου 1.700 προσκεκλημένους.
Στη λίστα περιλαμβάνονταν η κυβέρνηση, οι 300 βουλευτές, πολιτικοί αρχηγοί, πρώην πρωθυπουργοί, πρώην Πρόεδροι της Δημοκρατίας, ευρωβουλευτές και εκπρόσωποι των θεσμών και της κοινωνίας των πολιτών.
Παρόντες, μεταξύ άλλων, ήταν ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης, ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ Νίκος Ανδρουλάκης και ο γενικός γραμματέας του ΚΚΕ Δημήτρης Κουτσούμπας.
Υπήρξαν όμως και αρκετές απουσίες.
Δεν παρέστησαν, μεταξύ άλλων, η Ρένα Δούρου, ο Δημήτρης Νατσιός και η Ζωή Κωνσταντοπούλου. Ο Κυριάκος Βελόπουλος εκπροσωπήθηκε από τον βουλευτή Βασίλη Βιλιάρδο, ενώ απών ήταν και ο πρώην πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας.
Εδώ χρειάζεται μια σημαντική διάκριση: δεν είναι σωστό να αποδίδουμε σε όλους τους απόντες το ίδιο κίνητρο.
Η ΝΙΚΗ, για παράδειγμα, αιτιολόγησε δημόσια την αποχή της ως «σταθερή επιλογή αρχής», συνδέοντάς την με τη μνήμη των θυμάτων της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο.
Ο ΣΥΡΙΖΑ γνωστοποίησε επίσης επισήμως την απόφασή του να μη συμμετάσχει, ασκώντας κριτική στον χαρακτήρα και στη σύνθεση της εκδήλωσης.
Για άλλες απουσίες δεν δημοσιοποιήθηκε αντίστοιχη συγκεκριμένη αιτιολόγηση.
Τι λέει το Σύνταγμα
Το άρθρο 30 του Συντάγματος ορίζει ότι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας είναι «ρυθμιστής του Πολιτεύματος» και εκλέγεται από τη Βουλή για πενταετή θητεία.
Ο Πρόεδρος, επομένως, δεν αποτελεί εκπρόσωπο ενός πολιτικού κόμματος κατά την άσκηση του αξιώματός του, αλλά θεσμό της Ελληνικής Δημοκρατίας με τις αρμοδιότητες που του απονέμει το Σύνταγμα.
Από το Σύνταγμα, ωστόσο, δεν προκύπτει υποχρέωση ενός πολιτικού προσώπου να αποδέχεται κάθε πρόσκληση του Προέδρου ούτε ειδικότερα να παρίσταται στη δεξίωση της 24ης Ιουλίου.
Η απουσία, συνεπώς, δεν συνιστά από μόνη της παρανομία.
Αυτό είναι σημαντικό να ξεκαθαρίζεται πριν από οποιαδήποτε πολιτική ή ηθική κρίση.
Είναι όμως μια συνηθισμένη κοινωνική πρόσκληση;
Εδώ βρίσκεται η ουσία του προβληματισμού.
Η δεξίωση της 24ης Ιουλίου δεν πραγματοποιείται για να τιμηθεί ο εκάστοτε Πρόεδρος της Δημοκρατίας ούτε αποτελεί προσωπική κοινωνική εκδήλωσή του.
Είναι μια καθιερωμένη θεσμική εκδήλωση που πραγματοποιείται κάθε χρόνο για την επέτειο της Αποκατάστασης της Δημοκρατίας.
Η ημέρα παραπέμπει στην επιστροφή της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας μετά από επτά χρόνια δικτατορίας.
Επομένως, όταν ένας πολιτικός αρνείται την πρόσκληση, το ζήτημα δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ακριβώς όπως μια άρνηση συμμετοχής σε μια συνηθισμένη δεξίωση.
Ο πολιτικός εκπροσωπεί μόνο τον εαυτό του;
Ένας βουλευτής δεν βρίσκεται στη Βουλή ως ιδιώτης.
Η κοινοβουλευτική του ιδιότητα προκύπτει από τη λαϊκή ψήφο. Ο πολιτικός αρχηγός, αντίστοιχα, ηγείται ενός σχηματισμού που εκπροσωπεί ένα τμήμα του εκλογικού σώματος.
Αυτό δεν σημαίνει ότι χάνει την πολιτική του ελευθερία ούτε ότι υποχρεούται να συμφωνεί με τον Πρόεδρο, την κυβέρνηση ή τους υπόλοιπους προσκεκλημένους.
Σημαίνει όμως ότι οι δημόσιες πράξεις του —και κάποιες φορές οι απουσίες του— αποκτούν θεσμικό και πολιτικό περιεχόμενο.
Μια άρνηση συμμετοχής μπορεί συνεπώς να αποτελεί νόμιμη πολιτική επιλογή. Ταυτόχρονα, όμως, είναι θεμιτό να αξιολογείται δημόσια ως προς τον συμβολισμό και το μήνυμα που εκπέμπει.
Και η αντίθετη άποψη;
Υπάρχει ένα εξίσου σοβαρό επιχείρημα από την άλλη πλευρά.
Ένας αιρετός πολιτικός δεν εκλέγεται για να παρίσταται υποχρεωτικά σε τελετές. Εκλέγεται και για να εκφράζει πολιτικές θέσεις, ακόμη και όταν αυτές είναι δυσάρεστες ή συγκρουσιακές.
Η αποχή από μια επίσημη εκδήλωση μπορεί επομένως να χρησιμοποιηθεί ως μορφή πολιτικής διαμαρτυρίας.
Αν μάλιστα συνοδεύεται από σαφή δημόσια αιτιολόγηση, οι πολίτες μπορούν να γνωρίζουν το σκεπτικό και να το κρίνουν.
Αυτό είναι επίσης μέρος της Δημοκρατίας.
Η ελευθερία πολιτικής έκφρασης δεν σταματά στην είσοδο του Προεδρικού Μεγάρου.
Πού βρίσκεται λοιπόν το όριο;
Ίσως το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν «επιτρέπεται» σε έναν πολιτικό να απουσιάζει.
Επιτρέπεται.
Το δυσκολότερο ερώτημα είναι αν υπάρχουν ορισμένες περιστάσεις στις οποίες η θεσμική ιδιότητα πρέπει να υπερβαίνει, έστω προσωρινά, την κομματική αντιπαράθεση.
Μπορεί ένας πολιτικός, για παράδειγμα, να διαφωνεί βαθιά με τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και ταυτόχρονα να παρίσταται σε μια εκδήλωση που δεν τιμά το πρόσωπο του Προέδρου αλλά την ίδια τη Δημοκρατία;
Από την άλλη, θα ήταν πραγματικός σεβασμός στη Δημοκρατία αν απαιτούσαμε από όλους να συμμετέχουν, ανεξάρτητα από τις πολιτικές τους πεποιθήσεις;
Αυτή ακριβώς η σύγκρουση ανάμεσα στην ελευθερία πολιτικής έκφρασης και στον θεσμικό συμβολισμό κάνει το ζήτημα περισσότερο σύνθετο από ένα απλό «πήγε ή δεν πήγε».
Ένα μήνυμα του ίδιου του Προέδρου
Στη φετινή ομιλία του, ο Κωνσταντίνος Τασούλας αναφέρθηκε ιδιαίτερα στην ευθύνη όσων κατέχουν δημόσια αξιώματα.
«Η ευθύνη ξεκινά από εκείνους που κατέχουν θέσεις ευθύνης».
Παράλληλα υποστήριξε ότι η πολιτική αντιπαράθεση πρέπει να υποχωρεί όταν αρχίζει ο πυρήνας του εθνικού συμφέροντος.
Η θέση αυτή μπορεί ασφαλώς να συζητηθεί και να αμφισβητηθεί πολιτικά. Αγγίζει όμως ακριβώς το ερώτημα που γεννούν οι φετινές απουσίες: πού τελειώνει η κομματική αντιπαράθεση και πού αρχίζει η ευθύνη απέναντι στους θεσμούς;
Γιατί έχει σημασία
Η Δημοκρατία δεν εξαντλείται στις εκλογές.
Περιλαμβάνει θεσμούς, κανόνες, δικαιώματα, διαφωνίες και τη δυνατότητα ακόμη και δημόσιας αμφισβήτησης των προσώπων που κατέχουν τα ανώτατα αξιώματα.
Ταυτόχρονα, όμως, η λειτουργία της βασίζεται και σε έναν κοινό θεσμικό χώρο μέσα στον οποίο πολιτικοί αντίπαλοι μπορούν να συνυπάρχουν χωρίς να χρειάζεται να συμφωνούν.
Η παρουσία στην επέτειο της Αποκατάστασης της Δημοκρατίας μπορεί να ιδωθεί ακριβώς υπό αυτό το πρίσμα: όχι ως δήλωση συμφωνίας με την κυβέρνηση ή τον Πρόεδρο, αλλά ως αναγνώριση του κοινού δημοκρατικού πλαισίου μέσα στο οποίο μπορούν να υπάρχουν όλες αυτές οι διαφωνίες.
Από την άλλη πλευρά, η ίδια η Δημοκρατία προστατεύει το δικαίωμα ενός πολιτικού να εκφράσει τη διαφωνία του ακόμη και μέσω της απουσίας του.
Το δικαίωμα επομένως υπάρχει.
Η θεσμική αξιολόγηση της επιλογής παραμένει στους πολίτες.
Το γνωρίζατε;
Η δεξίωση της 24ης Ιουλίου είναι καθιερωμένη ετήσια εκδήλωση της Προεδρίας της Δημοκρατίας για την Αποκατάσταση της Δημοκρατίας.
Τα τελευταία χρόνια η σύνθεση των προσκεκλημένων έχει διευρυνθεί σημαντικά και δεν περιορίζεται στον πολιτικό κόσμο.
Συμμετέχουν άνθρωποι της κοινωνίας των πολιτών, επιστήμονες, εκπαιδευτικοί, εκπρόσωποι της αυτοδιοίκησης και πρόσωπα που έχουν διακριθεί για την κοινωνική ή επαγγελματική προσφορά τους.
Το 2026 οι προσκεκλημένοι ήταν περίπου 1.700.
Ένα ερώτημα που τελικά αφορά όλους μας
Πενήντα δύο χρόνια μετά την πτώση μιας δικτατορίας, ίσως το σημαντικότερο δεν είναι να συμφωνήσουμε όλοι στην απάντηση.
Είναι να μπορούμε να συζητήσουμε το ερώτημα χωρίς να μετατρέπουμε κάθε θεσμική διαφωνία σε κομματική σύγκρουση.
Η συμμετοχή ενός αιρετού πολιτικού σε μια εθνική επέτειο είναι απλώς προσωπική επιλογή ή αποτελεί και μέρος της θεσμικής ευθύνης που συνοδεύει το δημόσιο αξίωμά του;
Και αντίστροφα: πόσο δημοκρατική θα ήταν μια κοινωνία που δεν ανεχόταν το δικαίωμα ενός πολιτικού να απαντήσει «όχι»;
Ίσως ακριβώς ανάμεσα σε αυτά τα δύο ερωτήματα βρίσκεται η ουσία της Δημοκρατίας.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου