Τρίτη 26 Μαρτίου 2024

«Τεμπέλικο» μάτι: Μπορεί να ευθύνεται για το μεταβολικό σύνδρομο στην ενήλικη ζωή; Έρευνα απαντά

Η αμβλυωπία ή αλλιώς το «τεμπέλικο μάτι» εμφανίζεται κατά τη διάρκεια της παιδικής ηλικίας και η επίδραση της κατάστασης αυτής θα μπορούσε να επεκτείνεται μέχρι και την ενήλικη ζωή, προκαλώντας όμως διαφορετικής φύσης δυσλειτουργίες. Ειδικότερα, όσα παιδιά αντιμετώπιζαν τη συγκεκριμένη κατάσταση, έχουν περισσότερες πιθανότητες να εμφανίσουν υπέρταση, παχυσαρκία και μεταβολικό σύνδρομο στην ενήλικη ζωή, καθώς και αυξημένο κίνδυνο καρδιακής προσβολής, σύμφωνα με νεότερη μελέτη από ερευνητές του University College London.



Ωστόσο, στη δημοσίευση της μελέτης στο eClinicalMedicine, οι συγγραφείς τονίζουν ότι, αν και εντόπισαν μια συσχέτιση, η έρευνά τους δεν δείχνει αιτιώδη σχέση μεταξύ αμβλυωπίας και των άσχημων εκβάσεων υγείας στην ενήλικη ζωή.

«Η αμβλυωπία είναι μια οφθαλμολογική πάθηση που επηρεάζει έως και τέσσερα στα 100 παιδιά. Στο Ηνωμένο Βασίλειο, όλα τα παιδιά υποτίθεται ότι πρέπει να υποβάλλονται σε έλεγχο όρασης πριν από την ηλικία των πέντε ετών, ώστε να διασφαλίζεται η άμεση διάγνωση και η σχετική οφθαλμολογική θεραπεία» εξηγεί ο συγγραφέας της μελέτης και καθηγητής Δρ Jugnoo Rahi.


Πρόκειται για μια νευροαναπτυξιακή πάθηση που εκδηλώνεται όταν υπάρχει βλάβη στον τρόπο που επικοινωνεί ο εγκέφαλος με τα μάτια και συγκεκριμένα, όταν ο εγκέφαλος δεν μπορεί να επεξεργαστεί σωστά το οπτικό σήμα από το πάσχον μάτι. Καθώς συνήθως προκαλεί μειωμένη όραση μόνο στο ένα μάτι, πολλά παιδιά δεν αντιλαμβάνονται ότι κάτι δεν βλέπουν καλά και διαγιγνώσκονται μόνο μέσω της εξέτασης όρασης που γίνεται σε ηλικία τεσσάρων έως πέντε ετών.



Η μελέτη


Για τη μελέτη, οι ερευνητές ανέλυσαν δεδομένα περισσότερων από 126.000 συμμετεχόντων ηλικίας 40 έως 69 ετών από τη βάση δεδομένων UK Biobank, οι οποίοι είχαν υποβληθεί σε οφθαλμολογική εξέταση. Μια βασική ερώτηση που τέθηκε στους συμμετέχοντες ήταν εάν κατά την παιδική τους ηλικία είχαν υποβληθεί σε θεραπεία για αμβλυωπία και εάν εξακολουθούσαν να έχουν την πάθηση στην ενήλικη ζωή τους. Στη διαδικασία συλλογής των πληροφοριών, ανέφεραν επίσης εάν είχαν ιατρική διάγνωση διαβήτη, υψηλή αρτηριακή πίεση ή καρδιο/εγκεφαλοαγγειακή νόσο (δηλαδή στηθάγχη, καρδιακή προσβολή, εγκεφαλικό επεισόδιο). Αντίστοιχα, μετρήθηκαν και ο ΔΜΣ (δείκτης μάζας σώματος), τα επίπεδα γλυκόζης στο αίμα και χοληστερόλης και παρακολουθήθηκε η θνησιμότητα.


Oι ερευνητές, στη συνέχεια, επιβεβαίωσαν ότι από τους 3.238 συμμετέχοντες που ανέφεραν ότι παρουσίασαν αμβλυωπία ως παιδιά, το 82,2% είχε επίμονη μειωμένη όραση στο ένα μάτι ως ενήλικες. Επιπροσθέτως, όμως, είχαν και 29% υψηλότερες πιθανότητες να αναπτύξουν διαβήτη, 25% υψηλότερες πιθανότητες να έχουν υπέρταση και 16% υψηλότερες πιθανότητες να είναι παχύσαρκοι. Συν τοις άλλοις, παρουσίαζαν αυξημένο κίνδυνο καρδιακής προσβολής – ακόμη και όταν λήφθηκαν υπόψη άλλοι παράγοντες κινδύνου για τις καταστάσεις αυτές (π.χ. άλλες ασθένειες, εθνικότητα και κοινωνική τάξη).

Αυτός ο αυξημένος κίνδυνος προβλημάτων υγείας διαπιστώθηκε όχι μόνο μεταξύ εκείνων των οποίων τα προβλήματα όρασης παρέμεναν, αλλά και σε κάποιο βαθμό στους συμμετέχοντες που είχαν αμβλυωπία ως παιδί και όραση 20/20 ως ενήλικες (δεν βλέπουν δηλαδή τα αντικείμενα 6 μέτρα μακριά), αν και η συσχέτιση δεν ήταν τόσο ισχυρή.

«Θεωρείται σπάνια η ύπαρξη ενός δείκτη στην παιδική ηλικία που σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο σοβαρής νόσου στην ενήλικη ζωή, και επίσης έναν δείκτη που μετριέται και είναι γνωστός για κάθε παιδί – λόγω του πληθυσμιακού ελέγχου. Ο μεγάλος αριθμός των παιδιών με την πάθηση αλλά και των οικογενειών τους ενδεχομένως να λάβει αυτά τα ευρήματα ως ένα επιπλέον κίνητρο για την προσπάθεια επίτευξης ενός υγιεινού τρόπου ζωής από την παιδική ηλικία» προσθέτει ο Δρ Rahi.

«Η όραση και τα μάτια είναι φρουροί για τη συνολική υγεία – είτε πρόκειται για καρδιακές παθήσεις είτε για μεταβολικές δυσλειτουργίες, καθώς συνδέονται στενά με άλλα συστήματα οργάνων. Αυτός είναι ένας από τους λόγους για τους οποίους ελέγχουμε για καλή όραση και στα δύο μάτια» καταλήγει ο πρώτος συγγραφέας Δρ Siegfried Wagner.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αρχειοθήκη ιστολογίου