Δευτέρα 31 Μαΐου 2021

Η καταστροφή της Νάουσας από τους Τούρκους (1822)

Στη Μακεδονία εκδηλώθηκαν επαναστατικά κινήματα στις περιοχές του Ολύμπου, των Πιερίων, της Χαλκιδικής και του Βερμίου, κατά τα δύο πρώτα χρόνια του Αγώνα. Από το 1815, είχε ξεκινήσει η μύηση στη Φιλική Εταιρία Μακεδόνων οπλαρχηγών (Ιωάννη Φαρμάκη, Γεωργάκη Ολύμπιου, Αναστάσιου Καρατάσου κ.ά.) , λογίων, όπως ο Κοζανίτης Γεώργιος Λασσάνης και οικονομικά ευκατάστατων προσώπων όπως ο Εμμανουήλ Παπάς. Οι Οθωμανοί, φαίνεται ότι είχαν αντιληφθεί κάποιες προεπαναστατικές ενέργειες στη Μακεδονία. Οι Φιλικοί, θεωρούσαν πολύ σημαντικές τις επαναστατικές δράσεις στη Μακεδονία για την πορεία της Επανάστασης στο Μοριά, καθώς αυτές μπορούσαν να δημιουργήσουν ρήξεις ή και προβλήματα στην επικοινωνία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας με τα νότια τμήματα της Ελλάδας και να βοηθήσουν στην εδραίωση του Αγώνα στην Πελοπόννησο και τη Στερεά Ελλάδα. Ήδη, μετά την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης στις Παραδουνάβιες ηγεμονίες, επικράτησε έντονος ενθουσιασμός και στη Μακεδονία. Δυστυχώς, η πρώτη οργανωμένη επαναστατική προσπάθεια, από τον Εμμανουήλ Παπά, καταπνίγηκε από τον πασά της Θεσσαλονίκης Μεχμέτ Εμίν (ή Εμπού Λουμπούτ, δηλαδή ροπαλοφόρου)

Η Επανάσταση στο Βέρμιο, τα Πιέρια και τον Όλυμπο

Ωστόσο στις αρχές του 1822 σημειώθηκαν εξεγέρσεις σε περιοχές του Βερμίου, των Πιερίων και του Ολύμπου. Αντιδρώντας στις επαναστατικές ενέργειες, ο Εμπού Λουμπούτ ζήτησε ως ομήρους μέλη από τις επιφανέστερες οικογένειες οπλαρχηγών και προκρίτων της Δυτικής Μακεδονίας για να μπορεί να ελέγξει τις κινήσεις τους, όμως η προσπάθεια του αυτή απέτυχε, καθώς πολύ λίγοι υπάκουσαν στις εντολές τους. Θυμίζουμε ότι κάτι ανάλογο είχε γίνει και στην Τριπολιτσά, όπου αρκετοί μη θέλοντας να προδώσουν την Επανάσταση παρουσιάστηκαν στον Πασά της πόλης και ορισμένοι μην αντέχοντας τις κακουχίες πέθαναν πριν την απελευθέρωσή της. Στη Μακεδονία όμως, οι επαναστατικές διεργασίες εντάθηκαν. Στα τέλη Ιανουαρίου (σύμφωνα με άλλες πηγές αρχές Φεβρουαρίου) του 1822, Μακεδόνες επαναστάτες συγκεντρώθηκαν στη Μονή Παναγίας Δοβρά, που βρίσκεται περίπου 5χλμ έξω από τη Βέροια. Ανάμεσά τους, ξεχώριζαν ο ισχυρός πρόκριτος της Νάουσας Ζαφειράκης Θεοδοσίου που έφερε και τον τίτλο του Λογοθέτη, ο οπλαρχηγός της Βέροιας Δημήτριος ( Τσάμης) Καρατάσος και ο οπλαρχηγός των Βοδενών (Έδεσσας) Αγγελής Γάτσος. Και οι υπόλοιποι πρόκριτοι από την Καστοριά, τη Σιάτιστα και άλλες πόλεις, συμφώνησαν ν’ αρχίσει αμέσως η εξέγερση στη Δυτική Μακεδονία χωρίς να περιμένουν ενισχύσεις.



Πάντως στα τέλη Φεβρουαρίου 1822, έφτασε στη Σκάλα Ελευθεροχωρίου(σήμ. Μεθώνη Πιερίας), ο απεσταλμένος των Μακεδόνων στον Μοριά, Νικόλαος Κασομούλης, αγωνιστής του 1821 και απομνημονευματογράφος, με δύο ψαριανά καράβια γεμάτα πολεμοφόδια, ενώ στις αρχές Μαρτίου έφτασαν άλλα δύο ψαριανά καράβια με επικεφαλής τον Γρηγόριο Σάλα, διορισμένο από τον Δ. Υψηλάντη ως αρχηγό της εκστρατείας, τον μοναχό Θεόφιλο Καΐρη, τον μαθητή του στις Κυδωνίες Γεώργιο

Η κατάληψη της Νάουσας από τους Έλληνες

Το βράδυ της 19ης Φεβρουαρίου 1822 οι Μακεδόνες επαναστάτες μπήκαν στην πόλη της Νάουσας. Ακολούθησαν σφοδρές συγκρούσεις στις οποίες σκοτώθηκε ο διοικητής της πόλης και αρκετοί Οθωμανοί στρατιώτες. Ακολούθησε η κήρυξη της Επανάστασης στον μητροπολιτικό ναό του Αγίου Δημητρίου, όπου υψώθηκε το Λάβαρο της εξέγερσης. Από τη μία πλευρά του, είχε τον σταυρό με τη φράση ‘’εν τούτω νίκα’’ και από την άλλη τον φοίνικα με την επιγραφή ‘’μάχου υπέρ πίστεως και πατρίδος’’, σύμφωνα και με την επαναστατική προκήρυξη του Αλέξανδρου Υψηλάντη στη Μολδοβλαχία. Ο Ζαφειράκης Θεοδοσίου που μίλησε στους συμπολίτες του, αναγορεύτηκε πολιτικός αρχηγός του όλου εγχειρήματος, ενώ ο Τσάμης Καρατάσος, ανέλαβε γενικός στρατιωτικός διοικητής των επαναστατών, που έφθαναν περίπου στους 4.000 χιλιάδες.

Η αποτυχημένη επίθεση στη Βέροια- Νίκη των Ελλήνων στη Μονή Δοβρά

Στις 21 Φεβρουαρίου 1822, 1.800 Έλληνες με επικεφαλής τους Καρατάσο και Γάτσο επιτέθηκαν στη Βέροια. Οι Οθωμανοί όμως, είχαν φροντίσει να οργανώσουν ισχυρή άμυνα και η επίθεση αποκρούστηκε. Ο Καρατάσος με τους άνδρες του υποχώρησαν στο μοναστήρι Δοβράς και με τη βοήθεια των δυνάμεων του Ζαφειράκη και του Γάτσου, σημειώθηκε νίκη των Ελλήνων επί των Οθωμανών (18 Μαρτίου 1822), καθώς οι ελληνικές δυνάμεις απέκρουσαν επίθεση 4.000 στρατιωτών οι οποίοι είχαν σταλεί από τη Βέροια.

Ο Εμπού Λουμπούτ αναλαμβάνει δράση - Το σουλτανικό φιρμάνι.

Τα επαναστατικά γεγονότα, στη Νάουσα προκάλεσαν την οργή του Εμπού Λουμπούτ της Θεσσαλονίκης, ο οποίος αποφάσισε να αναλάβει δράση, ιδιαίτερα μάλιστα μετά το σουλτανικό φιρμάνι που εκδόθηκε και έγραφε τα εξής: "Αποφασίσαμεν όπως άπαξ δια παντός απαλείψομεν από προσώπου γης την καταρραμένην ταύτην εστίαν (ενν. τη Νάουσα) των κακόβουλων και βδελυρών απίστων, τους μεν ιδίοις να διαπεράσετε εν στόματι ρομφαίους, τας γυναίκας και τα τέκνα των εξανδραποδίσητε, τα υπάρχοντα των διανείμητε εις τους πιστούς νικητάς". Έτσι, στα τέλη Μαρτίου 1822 ο Εμπού Λουμπούτ έφθασε στη Βέροια με περισσότερους από 16.000 τακτικούς και άτακτους στρατιώτες. Εκεί, οργάνωσε την πολιορκία της Νάουσας. Αρχικά, ζήτησε την παράδοση της πόλης κάτι που δεν έγινε δεκτό από τους επαναστάτες.

Οι πολιορκία και η κατάληψη της Νάουσας απ’ τους Οθωμανούς.

Από τις 6 Απριλίου 1822, άρχισε η πολιορκία της Νάουσας από τις δυνάμεις του Εμπού Λουμπούτ, που είχαν στρατοπεδεύσει στη θέση "Ροδιά". Ο βομβαρδισμός της πόλης ήταν σφοδρός, για μια ολόκληρη εβδομάδα, ενώ παράλληλα γίνονταν επιθέσεις σε διάφορα σημεία των τειχών. Την νύχτα της 12ης προς 13η Απριλίου, οι Οθωμανοί, πιθανότατα από τη θέση "Αλώνια", μπήκαν στην πόλη και την κατέλαβαν παρά τη γενναία και σθεναρή αντίσταση των υπερασπιστών

Οι τούρκικες βαρβαρότητες στη Νάουσα

Λέγεται ότι υπήρξε προδοσία από αντιπάλους του Ζαφειράκη αλλά αυτό δεν είναι ιστορικά τεκμηριωμένο. Μόλις οι Τούρκοι μπήκαν στην πόλη “τραγωδία εις αναριθμήτους σκηνάς επακολούθησε την κατάληψιν της Ναούσης. Οι Τούρκοι στρατιώται διεχύθηκαν εις τους δρόμους πυροβολούντες και αλαλάζοντες και ορμώντες εις τα σπίτια, των οποίων το επιβλητικόν εξωτερικόν παρουσίαζε πιθανότητας πλουσίας λείας”, όπως γράφει ο Διονύσιος Κόκκινος. Πολλοί από τους κατοίκους έτρεξαν προς τη δυτική πύλη της πόλης για να σωθούν, ενώ άλλοι κλείστηκαν στα σπίτια τους και πολεμούσαν από αυτά, μέχρι οι Τούρκοι να μπουν στο εσωτερικό τους και να τους σφάξουν. Πλήθος αμάχων, γερόντων και γυναικόπαιδων, κατέφυγαν στον μητροπολιτικό ναό του Αγίου Γεωργίου, ελπίζοντας ότι οι Τούρκοι θα σεβαστούν την ιερότητα του χώρου. Κάποιοι ιερείς έκαναν δεήσεις για την σωτηρία των Ελλήνων. Δυστυχώς, σύντομα οι Τούρκοι έφτασαν στον ναό, έσπασαν τις πόρτες και όρμησαν με γυμνά σπαθιά εναντίον των έντρομων αμάχων. Πολλοί σφαγιάστηκαν, ενώ άλλοι αιχμαλωτίστηκαν. Κάθε Τούρκος είχε τον αιχμάλωτο του. Μάλιστα πολλοί είχαν δύο και τρείς αιχμαλώτους, κυρίως ωραίες γυναίκες, τις οποίες έσερναν σαν κτήνη με σχοινιά. Άλλοι εισβολείς ασχολήθηκαν με τα πολύτιμα σκεύη και τα ιερά κειμήλια του ναού. Αφού αφαιρούσαν το χρυσό και το ασήμι από τις εικόνες, τις κατάστρεφαν θεωρώντας ότι είναι άχρηστες. «Το αίμα εχύνετο άφθονον. Αι θριαμβευτικαί ιαχαί και οι ύβρεις των Τούρκων, τα βογγητά των πληγωμένων και αι σπαρακτικαί κραυγαί των γυναικών αποτελούσαν τον σάλαγον (βουητό, θόρυβος) των τραγικών εκείνων ωρών. Εντός του ναού του Αγίου Γεωργίου εφονεύθη καταληφθείς εις στιγμάς της δεήσεως ο εκ Πέτρας του Ολύμπου Παπαγιάννης, μαζί με άλλους τέσσερας ιερείς» (Δ. Κόκκινος).

Ηρωικές στιγμές αντίστασης των Ελλήνων στη Νάουσα

Συγκλονιστικές και ηρωικές σκηνές αντίστασης διαδραματίστηκαν όμως σε άλλα σημεία της πόλης. Στον ναό του Αγίου Δημητρίου, είχαν καταφύγει οι πέντε αδελφοί Σούγκαρη, με τους συγγενείς τους, είκοσι άλλοι Ναουσαίοι και ο Ιωάννης Βαρβαρέσκος με σαράντα Δραζιλοβίτες ( ο Δ. Κόκκινος γράφει Δαρζηλοβίτας, πρόκειται για πολεμιστές καταγόμενους από το χωριό Δραζίλοβο, σήμερα Μεταμόρφωση) και είκοσι πέντε Τεχοβίτες. Τέχοβο ονομαζόταν παλαιότερα το χωριό Καρυδιά, όπου το 1907 απαγχονίστηκε από κομιτατζήδες στους κλώνους μιας καρυδιάς, ο ηρωικός μακεδονομάχος Τέλλος Άγρας. Τα περίεργα παιχνίδια της ιστορίας...

Οι ένοπλοι αμυνόμενοι, πολέμησαν ηρωικά και έπεσαν όλοι νεκροί αφού σκότωσαν πολλούς Τούρκους. Μέσα στο ναό κατακρεουργήθηκε ο πρωτοσύγκελος Γρηγόριος, ενώ προσπαθούσε να προστατεύσει τα γυναικόπαιδα. Οι γενναίοι οπλαρχηγοί Ζώτος , Αθανάσιος Τσούπης και Σπύρος Δούκας, που είχαν μαζί τους τον μικρότερο γιό του Καρατάσου , Κουτούλα μαζί με λίγους Αλβανούς που είχαν κάτω από τις διαταγές τους , κατέλαβαν ένα μεγάλο περιτοιχισμένο σπίτι με αυλή και μικρή πυριτιδαποθήκη και οχυρώθηκαν εκεί. Οι Τούρκοι επιχείρησαν έφοδο στο σπίτι, ωστόσο οι Έλληνες τους απομάκρυναν. Τελικά οι Τούρκοι κατάφεραν να μπουν στην αυλή του σπιτιού. Τότε ο Ζώτος που είχε τραυματιστεί σοβαρά, μη μπορώντας να μετακινηθεί λόγω του τραύματος του, είπε στον Τσούπη και τον Δούκα:
Εγώ θα μείνω εδώ και θα καώ. Σεις πάρετε τον Κουτούλα και φύγετε για να σωθείτε.

Για 4 ολόκληρες ώρες μάχονταν οι ηρωικοί μαχητές. Τελικά με γυμνά σπαθιά, όρμησαν προς την έξοδο. Οι Τούρκοι έκπληκτοι και φοβισμένοι αδράνησαν και οι πολιορκημένοι, από την δυτική πύλη έφτασαν στον ναό του Αγίου Νικολάου που απέχει μισή ώρα από τη Νάουσα. Οι Τούρκοι μπήκαν στο σπίτι και έκπληκτοι αντίκρισαν μόνο τον βαριά πληγωμένο Ζώτο, ο οποίος έβαλε φωτιά στην πυριτιδαποθήκη και τινάχτηκε στον αέρα με πολλούς εισβολείς.

Η ηρωική αντίσταση του Ζαφειράκη.

Μέσα σε λίγες ώρες οι Τούρκοι έγιναν κύριοι της Νάουσας. Κατέβασαν τις ελληνικές σημαίες και ύψωσαν τις οθωμανικές. Έμενε μόνο ακλόνητος ο παλαιόπυργος του Ζαφειράκη που βρισκόταν στην άκρη της πόλης. Στον πύργο βρισκόταν ο Ζαφειράκης (Λογοθέτης), ο Γιαννάκης, μεγαλύτερος γιος του Καρατάσου, πεντακόσιοι ένοπλοι άνδρες και πολλά γυναικόπαιδα. Ο Ζαφειράκης ήθελε να απασχολήσει όσο το δυνατόν περισσότερο γίνεται τους Τούρκους για να δώσει την ευκαιρία να φύγουν μέσω της Κλεισούρας προς τα ορεινά καταφύγια της περιοχής , όσο πιο πολλοί Ναουσαίοι γίνεται. Η άλωση του πύργου ήταν πολύ δύσκολη. Ο Εμπού Λουμπούτ διέταξε τον Αλβανό μπέη να καταλάβει τον πύργο. Εκείνος, είτε λόγω φιλικής διάθεσης προς τον Ζαφειράκη είτε για άλλο λόγο, προφασίστηκε ότι δεν αρκούσαν οι δυνάμεις που είχε για να το πετύχει. Ο Εμπού Λουμπούτ, επανέλαβε τη διαταγή άλλες δύο φορές χωρίς αποτέλεσμα. Τότε έστειλε έμπιστους άνδρες του, οι οποίοι συνέλαβαν τον Αλβανό μπέη και τον έστειλαν αλυσοδεμένο στη Βέροια και έπειτα στη Θεσσαλονίκη. Με την καθυστέρηση αυτή πολλοί, κυρίως άμαχοι, Ναουσαίοι βρήκαν τη ευκαιρία να καταφύγουν στο πίσω μέρος του πύργου, θεωρώντας ότι εκεί ήταν ασφαλείς . Ο Εμπού Λουμπούτ, με πεζικό και κανόνια περικύκλωσε τον πύργο και ζήτησε από τον Ζαφειράκη να παραδοθεί. Ήθελε να πιάσει ζωντανό τον αρχηγό της εξέγερσης και να τον στείλει στον σουλτάνο. Φυσικά, ο Ζαφειράκης αρνήθηκε. Αντίθετα έδωσε εντολή ν’ αρχίσουν να πυροβολούν τους εχθρούς. Πολλοί Τούρκοι που βρίσκονταν στην πρώτη γραμμή σκοτώθηκαν. Οι Τούρκοι επιχείρησαν νέα έφοδο, που αποκρούστηκε. Την επόμενη μέρα, δύο ακόμα έφοδοι του πεζικού και του ιππικού απέτυχαν. Ο Σελιχτάρης που ήταν επικεφαλής των Τούρκων χρησιμοποίησε το πυροβολικό χωρίς αποτέλεσμα, καθώς λόγο της θέσης των πυροβόλων δεν προκαλούνταν ζημιές. Αποφάσισε τότε να μετακινήσει τα πυροβόλα. Όμως είχε νυχτώσει και η επιχείρηση αναβλήθηκε για την επόμενη μέρα. Βλέποντας ο Ζαφειράκης ότι τα πράγματα δυσκόλευαν τα χαράματα της 8ης Απριλίου έφυγε από τον πύργο με λίγους συντρόφους και τις οικογένειές τους. Στον πύργο άφησε ισχυρή φρουρά. Ο Ζαφειράκης και οι υπόλοιποι ξεκίνησαν για τον ναό του Αγίου Νικολάου. Για να μην γίνουν αντιληπτοί από τους Τούρκους αναγκάστηκαν να πνίξουν τα μωρά τους που έκλαιγαν. Όταν οι Τούρκοι αντιλήφθηκαν ότι ο Ζαφειράκης είχε φύγει, επιτέθηκαν στον πύργο. Κατέσφαξαν τους 400 υπερασπιστές του και όσους είχαν βρει καταφύγιο στον πύργο.

Αραπίτσα: το Ζάλογγο της Νάουσας.

Τότε μητέρες με μωρά στην αγκαλιά, αλλά και παρθένες, για να μην πέσουν στα χέρια των Τούρκων πήγαν πάνω από την βραχώδη κοίτη του ποταμού Αραπίτσα ( Μαυρονέρι), ρίχτηκαν στα “καταρρακτώδους ρέοντα “ νερά του ποταμού, στη θέση “Σδουμπάνοι” και πνίγηκαν. Το γεγονός αναφέρει στη μονογραφία του ο Ν. Φιλιππίδης και το αναπαράγουν οι Σ. Τρικούπης και Φ. Πουκεβίλ. Οι Τούρκοι μετά την άλωση του πύργου του Ζαφειράκη, λεηλάτησαν την πόλη και έκαψαν τις εκκλησίες, τα σχολεία και τη βιβλιοθήκη.

Το ηρωικό τέλος του Ζαφειράκη

Ο Ζαφειράκης συνάντησε στον Άγιο Νικόλαο τον Γάτσο και τον Καρατάσο. Αποφάσισαν να κινηθούν προς την νότια Ελλάδα. Προχώρησαν προς το Σέλι, αλλά εκεί έμαθαν ότι το στενό του Φραγκόζ από το οποίο έπρεπε να περάσουν, είχε καταληφθεί από τους Κονιάρους του Σαριγκιόλ. Αποφάσισαν τότε να παραμείνουν στο Σέλι τα γυναικόπαιδα με τον Ζαφειράκη και φρουρά 150 ανδρών και ο Γάτσος με τον Καρατάσο , με ενόπλους να πάνε προς το Φραγκόζ για ν’ ανοίξουν δρόμο. Πραγματικά οι Μακεδόνες οπλαρχηγοί διέλυσαν τους Κονιάρους. Ωστόσο ο Εμπού Λουμπούτ έστειλε μεγάλο στρατιωτικό σώμα στο Σέλι που περικύκλωσε τον Ζαφειράκη, τα γυναικόπαιδα και τη φρουρά τους. Αιφνιδιασμένοι οι Έλληνες, έγιναν εύκολη λεία για τους πολυάριθμους Τούρκους. Πολλοί σκοτώθηκαν ενώ άλλοι σκόρπισαν. Τα γυναικόπαιδα και οι οικογένειες των οπλαρχηγών συνελήφθησαν και οδηγήθηκαν, με σπρωξιές και μαστιγώματα, στη Νάουσα. Ο γιός του Ζαφειράκη, Φίλιππος κατέφυγε στην Κλεισούρα, αλλά προδόθηκε και αιχμαλωτίστηκε. Στάλθηκε στα Γιάννενα όπου καρατομήθηκε. Ο Ζαφειράκης, ο Γιαννάκης Καρατάσος και άλλοι δώδεκα, κατόρθωσαν να διαφύγουν και να φτάσουν μετά από νυχτερινή πορεία στον Βάλτο. Περίμεναν να ηρεμήσουν τα πράγματα και να κατέβουν στη νότια Ελλάδα. Ωστόσο μετά από προδοσία περικυκλώθηκαν από Τούρκους στη δασώδη θέση Σοφολιό. Αρνήθηκαν να παραδοθούν υπό όρους και σκοτώθηκαν όλοι μετά από συμπλοκή με πολυάριθμους αντιπάλους.

Εμπού Λουμπούτ: ένας στυγερός εγκληματίας και οι απίστευτες κτηνωδίες του.

Κάπου εδώ, το άρθρο θα τελείωνε. Διαβάζοντας όμως την ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΤΑΣΗ του Διονυσίου Κόκκινου, βρήκαμε στοιχεία για απίστευτα εγκλήματα που διέπραξε στην κατάληψη της Νάουσας ο Εμπού Λουμπούτ. Οι διάφοροι εγκληματίες πολέμου που γνωρίζουμε, μοιάζουν με άκακα ανθρωπάκια μπροστά του. Ζητάμε συγνώμη προκαταβολικά για όσα θα διαβάσετε...

Αρχικά έδωσε εντολή να καούν 120 κωμοπόλεις και χωριά γύρω από την Νάουσα. Οι κάτοικοι τους σφαγιάστηκαν ή αιχμαλωτίστηκαν. Στις 9 Απριλίου, μπήκε στη Νάουσα και έστησε τη σκηνή του στη ρίζα ενός γιγάντιου πλατάνου στο ΝΑ άκρο της πόλης. Σε λίγο του έφεραν σε αργυρό δίσκο τα κεφάλια του Ζαφειράκη και του Γιαννάκη Καρατάσου. Στις 11 Απριλίου, διέταξε αθρόες σφαγές, ενώ βλέποντας πολλά πτώματα Τούρκων, έδωσε εντολή να αποκεφαλιστούν και να απαγχονιστούν 1.000 αιχμάλωτοι. Καθημερινά, μπροστά στην σκηνή του μεταφέρονταν αιχμάλωτοι, τους χτυπούσαν τα κεφάλια με ρόπαλα και έπειτα τους έκοβαν το λαιμό με μαχαίρια... Οι γυναίκες με μικρά παιδιά έβρισκαν φρικτό θάνατο. Τις κρεμούσαν από δέντρα, έδεναν τα παιδιά τους στα πόδια τους και τους έβαζαν φωτιά. Τα παιδιά και στη συνέχεια οι μητέρες τους γίνονταν παρανάλωμα του πυρός. Στις 25 Απριλίου ο Εμπού Λουμπούτ αναχώρησε για την Θεσσαλονίκη, 74 πρόκριτοι, γυναίκες οπλαρχηγών και μια θλιβερή πομπή από υποζύγια φορτωμένα με κεφάλια και αφτιά Ελλήνων , τον ακολουθούσε... Πρώτα, έδωσε εντολή σε 500 εργάτες από τη Βέροια να γκρεμίσουν όλες τις οχυρώσεις και τα τείχη της Νάουσας, εκτός από τον πύργο του Ζαφειράκη, για να θυμίζει τον «θρίαμβό» του.

Όταν έφτασε στη Θεσσαλονίκη, έδωσε εντολή να μαστιγωθούν οι πρόκριτοι. 34 από αυτούς εξαγόρασαν την ελευθερία τους . Οι υπόλοιποι, βασανίστηκαν με καυτό λάδι και ρίχτηκαν στα μπουντρούμια όπου πέθαναν. Επίσης, μαστιγώθηκαν Αγιορείτες μοναχοί που είχαν συλληφθεί, ενώ ο Αλβανός μπέης που δεν επιτέθηκε εναντίον του Ζαφειράκη, αποκεφαλίστηκε. Όπως γράφει ο Πουκεβίλ, οι Ναουσαίες αρχόντισσες με τα παιδιά τους, «θάφτηκαν» στο χώμα ως την μέση, περίπου σαν πάσσαλοι. Τουρκάλες τους έκαιγαν τα πρόσωπα με αναμμένους δαυλούς και ευνούχοι τις ράπιζαν και τις έφτυναν. Στα παιδιά έλεγαν αισχρές κουβέντες. Ο Εμπού Λουμπούτ τις κάλεσε να αλλαξοπιστήσουν. Μόνο η σύζυγος του Γάτσου δέχθηκε και σώθηκε. Η σύζυγος του Καρατάσου που μίλησε άσχημα στον εγκληματία, κλείστηκε σ’ ένα σακί γεμάτο φίδια. Η σύζυγος του Ζαφειράκη και η νύφη του, κλείστηκαν σε σάκους με γάτες και ποντίκια. Οι υπόλοιπες αφέθηκαν φυλακισμένες χωρίς τροφή και νερό για να πεθάνουν, ενώ άλλες κλείνονταν σε υπονόμους που φράζονταν και έβρισκαν φρικτό θάνατο. Και φυσικά, στην Πόλη στάλθηκαν φορτία κομμένων κεφαλιών και φορτία με κομμένα αφτιά....

Επίλογος

Αυτό ήταν το άδοξο τέλος της επανάστασης στη Δυτική Μακεδονία. Τα πολεμοφόδια τα οποία στάλθηκαν, δεν έφτασαν ποτέ στη Νάουσα. Ωστόσο, χρησιμοποιήθηκαν στις μάχες του Ολύμπου, με τον γενναίο αρματολό Διαμαντή Νικολάου, στις οποίες θα αναφερθούμε σύντομα, ικανοποιώντας και την επιθυμία αναγνωστών μας.

Πηγές: ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ Α. ΚΟΚΚΙΝΟΣ, “Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ”, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΜΕΛΙΣΣΑ
ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ, “ΑΠΟ ΤΗ ΣΦΑΓΗ ΤΗΣ ΧΙΟΥ ΣΤΗΝ ΕΞΟΔΟ ΤΟΥ ΜΕΣΟΛΟΓΓΙΟΥ”, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ 2021
Ευχαριστούμε θερμά τον Επίκουρο Καθηγητή Νεότερης και Σύγχρονης Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, κύριο Νικόλαο Αναστασόπουλο, που μας έδωσε πρόθυμα και ευγενέστατα την άδεια να χρησιμοποιήσουμε στοιχεία από το εξαιρετικό βιβλίο του.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αρχειοθήκη ιστολογίου