Κυριακή, 16 Ιουνίου 2019

Ο Μάνος Χατζιδάκις , ένας πολίτης των Αθηνών

Η σχέση του Μάνου Χατζιδάκι με την Αθήνα φανερώνεται μέσα από τα τραγούδια του – από τον «Ιλισσό» της δεκαετίας του ΄50 μέχρι τα «Νυχτερινά Αγάλματα» της δεκαετίας
του ΄80- και αποτελεί μια ζωντανή πηγή διαρκούς τροφοδοσίας της ευαισθησίας των νεότερων γενιών.
Αν και πέρασε η επέτειος – τα κείμενα μένουν και διατηρούν τη δική τους αυτονομία απέναντι στα πράγματα. Έτσι, το post της Ομάδας ΑΣΤΥ -ιδρύθηκε το 2012 και ανιχνεύει τα μονοπάτια της αφανούς αθηναϊκής ιστορίας- για τα 25 χρόνια απουσίας του Μάνου Χατζιδάκι φέρνει στο προσκήνιο την θέση του στη σύγχρονη αστική μυθολογία της ελληνικής πρωτεύουσας. Το post είναι μια τιμή στον παντοτινό Αθηναίο που παραμένει σημείο αναφοράς για τους σημερινούς και τους αυριανούς κατοίκους και πολίτες.

Το post: «Ο Μάνος Χατζιδάκις (23.10.1925 - 15.6.1994) θα κατέχει για πάντα μια ιδιαίτερη θέση στην αθηναϊκή μυθολογία : από τις "Μπαλάντες της οδού Αθηνάς" και την "Παναγία των Πατησίων" μέχρι το προσωπικό του Παγκράτι και τα εύστοχα σχόλια του, η Αθήνα του Μάνου Χατζιδάκι είναι ένα από τα γοητευτικότερα προσωπεία που απέκτησε ποτέ αυτή η πόλη».




Και το post συνοδεύεται από ένα απόσπασμα από κείμενο από τα Σχόλια του Τρίτου: « Η αρχαία πόλις των Αθηνών λοιπόν, με την Λεωφόρο Κωνσταντίνου στο πλευρό της - τάφο του Ιλισσού - τον Κολωνό στον κόρφο της και τον ανάπηρο Υμηττό να χάσκει πάνω της, προσφέρει δωρεάν στους επισκέπτες της τον κίνδυνο, μι' απέραντη αθλιότητα και την απελπισία. Ο εφιάλτης, ο νυχτερινός των Αθηνών, είναι στα σίγουρα, χρωματιστός. Τη νύχτα οι δρόμοι ανάβουνε πολύχρωμα, κι ειναι γεμάτοι από γραφεία εισαγωγής αυτοκινήτων κι από σεμνά γραφεία κηδειών, που τα ονομάζουν, Τελετών. Λες και πώς οι πολίτες, οι Αθηναίοι του καιρού μας, γεννιούνται μόνο, για ν' αγοράσουν βιαστικά εν' αυτοκίνητο, ν' αρχίσουνε να τρέχουν μες στους δρόμους της Αθήνας, ν' απελπιστούν από την όψη της και με ταχύτητα να σπεύσουν να πεθάνουν».

Αλλά, για να δούμε λίγο την Αθήνα μέσα από τα τραγούδια του Μάνου Χατζιδάκι. Ας μην πάμε πίσω στον «Ιλισσό» – το τραγούδι σε στίχους Γιώργου Εμιρζά- που ακούγεται για πρώτη φορά στη ταινία του Νίκου Κούνδουρου «Δράκος» (1956)με ερμηνεύτρια την Μαργαρίτα Παπαγεωργίου και ας μείνουμε στην «Παναγία των Πατησίων». Το τραγούδι περιλαμβάνεται στη συλλογή των τραγουδιών της άτυχης παράστασης «Πορνογραφία». Ο δίσκος κυκλοφόρησε το 1982 και το τραγούδι, σε στίχους Νίκου Γκάτσου, ερμηνεύει η Γιάννα Κατσαγιώργη.



Αλλά, μετά την «Παναγία των Πατησίων» έχουμε και τις «Μπαλάντες της Οδού Αθηνάς».

Από το σημείωμα του ίδιου του συνθέτη στο δίσκο διαβάζουμε: «ΕΓΡΑΦΑ ΤΟ ’81: Η οδός Αθηνάς είναι η καρδιά της Αθήνας. Και η Αθήνα είναι η καρδιά του έθνους. Γι’ αυτό και ό,τι υμνεί την Αθηνάς είναι εθνικό κι ελληνικό μαζί. Κι έτσι όπως έχει τ’ όνομα Θεάς η οδός αυτή και στην κορυφή της την βλογάει ο Παρθενώνας, κανείς δεν της αμφισβητεί την εθνική αξία σ’ ολόκληρη τη χώρα. Ο δρόμος, η Αθηνάς, έχει πολλά οινομαγειρεία και πιο πολλά πορνεία, κινηματογράφους για κατ’ ιδίαν ερωτικήν απόλαυση, ξενοδοχεία σκοτεινά για άμεση ερωτική περίθαλψη – κάτι σαν Πρώτων Βοηθειών, να πούμε, ερωτικών – χιλιάδες καφενεία για ημερήσια χαύνωση, το Δημαρχείο κι ένα γραφείο κηδειών αλλοτινών καιρών. Στον δρόμο αυτόν κυκλοφορούν εργατικοί, μικροέμποροι, αλήτες, πόρνες, τραβεστί, δημοσιογράφοι, επαρχιώτες μαστρωποί και χίλιοι δολοφόνοι. Αυτό περίπου είναι το σκηνικό. Οι Μπαλάντες είναι…

ΤΩΡΑ ΤΟ ’83, συνεχίζω: Οι Μπαλάντες αυτές είναι κάτι πέρα απ’ το “σκηνικό” που μίλησα πιο πάνω, κάτι το διαφορετικό. Θα ‘λεγα είναι μια ποιητική σπουδή πάνω στη βία και στην «σκοτεινή μας ρίζα της κραυγής», όπως το είπε ο Λόρκα μέσ’ απ’ τα ελληνικά του Νικολάου Γκάτσου. Είναι ένας μαίανδρος μελωδικός ευφάνταστων ερωτικών συμπλεγμάτων. Είναι κρυφές αυτοαναλύσεις, εξομολογήσεις και περιδιαβάσεις στον κληρονομημένο αθέατο χώρο της ψυχής μας. Είναι μια μουσική καταγραφή των περιθωριακών μας παρορμήσεων. Τέλος, είναι μια τελετουργική προσπάθεια να φανερωθούν οι σκοτεινές δυνάμεις που μας κυβερνούνε μέσα μας και μας ωθούν, μας οδηγούν αδίστακτα προς την πανάρχαια και τελειωτική μας διαδρομή. Το έργο αυτό το πρωτοσκέφθηκα αφού ολοκλήρωσα την ηχογράφηση του Μεγάλου Ερωτικού, κάπου το '72.

Ηχογράφησα μάλιστα και πέντε κομμάτια με τίτλους αυτοσχέδιους, δίχως να ξέρω πώς και προς τα πού να πορευτώ. Γι' αυτό και σταμάτησα. Τα χρόνια που ακολούθησαν το είχα στη σκέψη μου χωρίς να το δουλεύω και ονειρευόμουν την οριστική μορφή του. Το '81 άρχισα να το ξαναδουλεύω, ενώ συγχρόνως το έπαιζα στις συναυλίες μου, βοηθώντας έτσι τον εαυτό μου να το αποσαφηνίσει. Τέλος, μόλις πριν από δύο μήνες ξεκαθάρισα τον στόχο μου και την τελειωτική φυσιογνωμία του έργου. Τις Μπαλάντες αυτές, τις χαρίζω στην μνήμη της μητέρας μου, μια και μου κληρονόμησε όλους τους γρίφους που από παιδί μ’ απασχολούν και μέχρι σήμερα κάνω προσπάθειες να τους λύσω. Χωρίς τους γρίφους της, δεν θα ‘μουν ποιητής.»



Το σημείωμα φέρει δίπλα στην υπογραφή του και την ημερομηνία. Μάνος Χατζιδάκις, Νοέμβριος 1983.
Στο τραγούδι «Νυχτερινά Αγάλματα» η Αθήνα και οι δρόμοι της δηλώνουν και πάλι την παρουσία τους. Σε στίχους του Αρη Δαβαράκη:
«Ξανάρχεται ο χειμώνας κι η νύχτα απ’ την αρχή,
θα κλάψει ο Παρθενώνας η Ομόνοια θα βραχεί.


Μεθώ με δυο σταγόνες κι αρχίζω απ’ την αρχή.
Οι πόρνες είναι μόνες κι οι άντρες μοναχοί.

Τα λάθη και τα σφάλματα ποτέ μην τα μετράς,
τα πάθη σου είναι αγάλματα Αιόλου κι Αθηνάς.
Τις νύχτες που κοιμάμαι τ’ αγάλματα ξυπνούν
τα πάθη μου φοβάμαι, τα κρύβω μην τα δουν».
Και για το τέλος, κράτησα την «Ελλαδογραφία» από την συλλογή «Τα παράλογα» (1976) σε στίχους του Νίκου Γκάτσου με την ερμηνεία του Μίκη Θεοδωράκη. Η «Ελλαδογραφία» είναι μια μετά μουσικής παρουσίαση του εθνικού μας αφηγήματος… και θα μπορούσε κάλλιστα να συναντήσει στους δρόμους της Αθήνας (ή των Αθηνών, διαλέγετε και παίρνετε) την χατζιδακική ηρωίδα Μελισσάνθη, συνοδεία της στρατιωτικής μπάντας που θα παιανίζει τα εμβατήρια μιας αβάσταχτης μελαγχολίας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αρχειοθήκη ιστολογίου