Οι περισσότεροι άνθρωποι έχουν μεγαλώσει με μια απλή και καθησυχαστική ιδέα, να καθαρίζουν την ντουλάπα τους, να δίνουν τα ρούχα που δεν φορούν πια σε μια
Η πραγματικότητα, ωστόσο, είναι πολύ πιο σύνθετη και σε πολλές περιπτώσεις προβληματική.
Όταν κάποιος δωρίζει ρούχα, αυτά αρχικά φτάνουν σε καταστήματα φιλανθρωπικών οργανώσεων ή σε κέντρα συλλογής, όπου γίνεται διαλογή. Τα καλύτερης ποιότητας κομμάτια μπορεί να καταλήξουν προς πώληση σε τοπικά καταστήματα μεταχειρισμένων ειδών.
Το πρόβλημα είναι ότι οι οργανισμοί αυτοί λαμβάνουν πολύ περισσότερα ρούχα από όσα μπορούν να πουλήσουν. Πρόκειται για τεράστιες ποσότητες υφασμάτων που δεν υπάρχει τοπική ζήτηση για να απορροφηθούν.
Ένα μέρος αυτών των ρούχων καταλήγει στα σκουπίδια. Ένα πολύ μεγαλύτερο ποσοστό όμως συμπιέζεται σε μεγάλες μπάλες και εξάγεται σε άλλες χώρες.
Με αυτόν τον τρόπο τα ρούχα φεύγουν από τις χώρες όπου συγκεντρώθηκαν, γεγονός που βελτιώνει στατιστικά τα στοιχεία για τα απορρίμματα. Ωστόσο, το πρόβλημα δεν εξαφανίζεται – απλώς μεταφέρεται αλλού.
Μια μελέτη που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Nature Cities παρακολούθησε τη διαδρομή δωρεών ρούχων σε εννέα πλούσιες πόλεις, μεταξύ των οποίων το Όστιν, το Τορόντο, η Μελβούρνη και το Όσλο.
Τα αποτελέσματα έδειξαν το ίδιο μοτίβο παντού: υπερβολικά πολλές δωρεές ρούχων, περιορισμένη τοπική ζήτηση και μαζικές εξαγωγές προς άλλες χώρες.
Στη Νορβηγία, για παράδειγμα, σχεδόν όλα τα μεταχειρισμένα ρούχα που συλλέγονται εξάγονται στο εξωτερικό. Μεγάλες ποσότητες στέλνουν επίσης οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Αυστραλία.
Οι φιλανθρωπικές οργανώσεις που διαχειρίζονται αυτές τις δωρεές βρίσκονται αντιμέτωπες με έναν τεράστιο όγκο ενδυμάτων. Όπως εξηγεί η δρ. Yassie Samie από το RMIT University της Μελβούρνης, οι οργανισμοί αυτοί δεν δημιουργήθηκαν για να λειτουργούν ως συστήματα διαχείρισης αποβλήτων.
«Είμαστε συνηθισμένοι να βασιζόμαστε στις φιλανθρωπικές οργανώσεις για να κάνουν όλη τη δύσκολη δουλειά, όμως εδώ και καιρό δεν μπορούν να διαχειριστούν τον όγκο των δωρεών ρούχων», σημειώνει.
Όπως εξηγεί, οι οργανώσεις έχουν κοινωνικό σκοπό και χρειάζονται πόρους για να χρηματοδοτήσουν τις δράσεις τους, όμως οι υποδομές τους δεν είναι σχεδιασμένες για να επαναχρησιμοποιούν ή να ανακυκλώνουν τόσο μεγάλες ποσότητες υφασμάτων.
Το πρόβλημα συνδέεται άμεσα με την παγκόσμια παραγωγή αποβλήτων από τον κλάδο της ένδυσης, η οποία φτάνει σε δεκάδες εκατομμύρια τόνους κάθε χρόνο. Μεγάλο μέρος αυτών των αποβλήτων προέρχεται από πλούσιες πόλεις όπου οι καταναλωτές αγοράζουν συνεχώς νέα ρούχα και τα απορρίπτουν εξίσου γρήγορα.
Δύο βασικές έννοιες εξηγούν το φαινόμενο: υπερκατανάλωση και υπερπαραγωγή. Τα ρούχα έχουν γίνει πολύ φθηνά και πολλοί καταναλωτές αγοράζουν περισσότερα από όσα χρειάζονται, τα φορούν λίγες φορές και στη συνέχεια τα απορρίπτουν.
Συχνά μάλιστα η ποιότητα των ρούχων είναι τόσο χαμηλή ώστε δεν αντέχουν πολλαπλούς κύκλους χρήσης ούτε μπορούν εύκολα να ανακυκλωθούν.
Η μαζική εισροή αυτών των φθηνών ενδυμάτων στις αγορές μεταχειρισμένων ειδών δημιουργεί προβλήματα ακόμη και σε μικρές επιχειρήσεις μεταπώλησης. Σε ορισμένες περιπτώσεις καταστήματα μεταχειρισμένων ειδών αναγκάζονται να εισάγουν ρούχα καλύτερης ποιότητας από άλλες χώρες, επειδή τα τοπικά δωρεόμενα ρούχα είναι συχνά ακατάλληλα προς χρήση.
Οι ερευνητές χρησιμοποιούν τον όρο «επάρκεια» για να περιγράψουν μια διαφορετική προσέγγιση. Σύμφωνα με αυτήν, η λύση δεν είναι μόνο η καλύτερη ανακύκλωση ή επαναχρησιμοποίηση των ρούχων, αλλά και η μείωση της κατανάλωσης.
Όπως εξηγούν, η προσπάθεια δημιουργίας κυκλικής οικονομίας χωρίς περιορισμό της κατανάλωσης μοιάζει με το να προσπαθεί κανείς να αδειάσει νερό από μια βάρκα χωρίς να κλείσει πρώτα την τρύπα από όπου μπαίνει.
Η μελέτη προτείνει επίσης αλλαγές στον τρόπο με τον οποίο οι πόλεις διαχειρίζονται τα υφάσματα. Αντί να αντιμετωπίζονται ως ζήτημα φιλανθρωπίας, θα πρέπει να θεωρούνται μέρος του συστήματος διαχείρισης αποβλήτων.
Αυτό σημαίνει τη δημιουργία τοπικών υποδομών συλλογής, διαλογής και επεξεργασίας ρούχων, ώστε να περιοριστεί η ανάγκη εξαγωγών.
Παράλληλα, οι πόλεις μπορούν να ενθαρρύνουν την επισκευή και την επαναχρησιμοποίηση των ρούχων. Σε ορισμένες περιπτώσεις βιβλιοθήκες δανείζουν ραπτομηχανές, ενώ διοργανώνονται ανταλλαγές ρούχων ή μαθήματα βασικής επιδιόρθωσης.
Σε ορισμένες ευρωπαϊκές πόλεις εφαρμόζονται επίσης πολιτικές στήριξης επιχειρήσεων που ασχολούνται με την επισκευή και την επαναχρησιμοποίηση, όπως χαμηλότερα ενοίκια ή οικονομικές ενισχύσεις.
Η μελέτη επισημαίνει και τον ρόλο της διαφήμισης. Οι εταιρείες γρήγορης μόδας κυριαρχούν σε διαφημιστικούς χώρους και μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ενώ οι εναλλακτικές λύσεις – όπως τα καταστήματα μεταχειρισμένων ειδών ή οι υπηρεσίες επισκευής – προβάλλονται πολύ λιγότερο.
Τέλος, οι ερευνητές τονίζουν ότι σημαντικό ρόλο παίζουν και οι επιλογές των ίδιων των καταναλωτών. Η πιο αποτελεσματική κίνηση, σύμφωνα με τη μελέτη, είναι η μείωση της συχνότητας αγοράς νέων ρούχων.
Η χρήση των ρούχων για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, η επισκευή τους όταν φθείρονται και η επιλογή προϊόντων καλύτερης ποιότητας μπορούν να συμβάλουν σημαντικά στη μείωση των αποβλήτων.
Η δωρεά ρούχων, σημειώνουν οι ερευνητές, δεν αποτελεί από μόνη της λύση στο πρόβλημα της υπερκατανάλωσης. Σε πολλές περιπτώσεις τα ρούχα αυτά ταξιδεύουν χιλιάδες χιλιόμετρα και τελικά καταλήγουν σε χώρους υγειονομικής ταφής σε κάποια άλλη χώρα.
Η ουσιαστική αλλαγή, σύμφωνα με τη μελέτη, απαιτεί δράση σε πολλά επίπεδα: από τον τρόπο που οι εταιρείες παράγουν ρούχα, μέχρι τη διαχείριση των αποβλήτων από τις πόλεις και τις καθημερινές επιλογές των καταναλωτών.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου