
Η εδραίωση της αυτοκρατορίας του Ναπολέοντα Το 1810, όλα έδειχναν ότι ο Ναπολέων Βοναπάρτης (Ναπολέων Α’ ή Μέγας Ναπολέων) είχε φτάσει στο απόγειο της δόξας του παρά
Παράλληλα, η αυτοκρατορία του περιβαλλόταν από κράτη που κυβερνούσαν συγγενείς ή υποτακτικοί του. Τα πρώτα σύννεφα όμως στην παντοδυναμία του Ναπολέοντα δεν άργησαν να φανούν. Από το 1809 και έπειτα, Ισπανοί αντάρτες που υποστηρίζονταν από βρετανικά στρατεύματα, παρενοχλούσαν τους Γάλλους και τα εθνικά Κορτές, τα οποία συγκλήθηκαν στο Κάδιξ το 1812 από τους επαναστάτες, διακήρυξαν ένα Σύνταγμα που διαπνεόταν τόσο από τις ιδέες της Γαλλικής Επανάστασης του 1789, όσο και από τους βρετανικούς θεσμούς.
Η εκστρατεία του Ναπολέοντα στη Ρωσία Το 1807 με τη Συνθήκη του Τιλσίτ δημιουργήθηκε, από τον τσάρο Αλέξανδρο Α’ και τον Ναπολέοντα Α’ ρωσογαλλική συμμαχία. Τα πράγματα όμως άρχισαν να αλλάζουν από το Συνέδριο της Ερφούρτης (Σεπτέμβριος – Οκτώβριος 1808). Εκεί, ο Ναπολέων επιδίωξε να εξασφαλίσει τη ρωσική υποστήριξη πριν ξεκινήσει τον πόλεμο στην Ιβηρική Χερσόνησο (Ισπανία) και επίσης, να αποτρέψει την Αυστρία από το να επιτεθεί στη Γαλλία. Ο Ναπολέων συμφώνησε να αναγνωρίσει τη ρωσική κατοχή στη Μολδαβία και τη Βλαχία, ενώ οι δύο ηγέτες αποφάσισαν να μειώσουν την πολεμική αποζημίωση που είχε επιβληθεί στην Πρωσία. Ο Τσάρος συμφώνησε να στηρίξει τον Ναπολέοντα, όμως είχαν αρχίσει να φαίνονται οι πρώτες ρωγμές της συμμαχίας.
Ο τσάρος Αλέξανδρος ο Α' Τα αμέσως επόμενα χρόνια, ο Αλέξανδρος έδειχνε να είναι όλο και λιγότερο διατεθειμένος να συμπεριφέρεται σαν πιστός εταίρος στον Ναπολέοντα, ο οποίος την άνοιξη του 1812 συγκέντρωσε ισχυρές δυνάμεις στην Πολωνία για να εκφοβίζει τον Αλέξανδρο. Έγιναν κάποιες τελευταίες προσπάθειες συμβιβασμού, χωρίς αποτέλεσμα όμως. Στις 9 Μαΐου 1812, ο Ναπολέοντας πήγε στο ανάκτορο του Σεν Κλου, στη Δρέσδη, όπου συναντήθηκε με τους συμμάχους του. Από τη Δρέσδη πήγε στον ποταμό Νιέμεν, που χωρίζει τη Ρωσία από την Πρωσία. Στις 10/22 Ιουνίου 1812, απευθυνόμενος στους στρατιώτες του είπε ότι η Ρωσία δεν τήρησε τους όρους της Συνθήκης του Τιλσίτ και γι’ αυτό ξεκινά πόλεμο εναντίον της, στον οποίο έδωσε το όνομα «Δεύτερος Πολωνικός Πόλεμος».
Η διάσχιση του ποταμού Νιέμεν, πίνακας του Eugene Beauharnais Τα μεγέθη των στρατών του Ναπολέοντα και του Αλέξανδρου τρομάζουν: η «Μεγάλη Στρατιά» του Ναπολέοντα έφτασε, τελικά, να έχει δύναμη 600.000 – 610.000 ανδρών, ενώ οι ρωσικές στρατός αποτελούνταν από 600.000 άνδρες και 400.000 πολιτοφύλακες.
Η μάχη του Μιρ το 1812, Κοζάκοι εναντίον του Ναπολέοντα Οι επιχειρήσεις ξεκίνησαν το βράδυ της 11/23 Ιουνίου 1812 στον ποταμό Νιέμεν. Ακολούθησαν μια σειρά από μάχες : Μάχη των Κλιάστιτσι, Πρώτη Μάχη του Πόλστνοκ, Μάχη του Γκρόντο, Μάχη του Μιρ και οι πιο σημαντικές μάχες, του Σμολένσκ και του Μποροντίνο ,125 χλμ. δυτικά της Μόσχας, όπου ο Στρατηγός του Πεζικού Κουτούζοφ υποχώρησε ανοίγοντας τον δρόμο στον Ναπολέοντα για τη Μόσχα. Ο Βοναπάρτης, το απόγευμα της 14ης Σεπτεμβρίου 1812 μπήκε στη Μόσχα.
Ο Κουτούζοφ καθιστός, με το επιτελείο του στο Μποροντίνο Η παραμονή στη Μόσχα και το αδιέξοδο
Ο Ναπολέων εγκαταστάθηκε στο Κρεμλίνο. Όρισε πολιτικό διοικητή της Μόσχας τον Λεσέψ και 22 Ρώσους πολίτες, μέλη της πολιτικής διοίκησης. Αυτοί όμως, δεν είχαν καμία απολύτως αρμοδιότητα. Τη νύχτα της 14ης προς 15η Σεπτεμβρίου 1812 ξέσπασε μια μεγάλη πυρκαγιά στη Μόσχα, που επεκτάθηκε και έσβησε μόλις στις 18 Σεπτεμβρίου. Η πυρκαγιά αυτή προκάλεσε τεράστιες καταστροφές στην πόλη. Από τα 30.000 σπίτια της διασώθηκαν μόνο 5.000. Υπάρχουν διάφορες εκδοχές για το πώς προκλήθηκε η καταστροφική αυτή πυρκαγιά. Έχει γραφτεί ότι υπήρξε οργανωμένος εμπρησμός κατά την παράδοσης της πόλης, με βασικό υπεύθυνο τον κυβερνήτη της πόλης, Στρατηγό Φιόντορ Βασίλιεβιτς Ροστόψιν. Άλλη εκδοχή είναι ότι επρόκειτο για εμπρησμό που προκλήθηκε από Ρώσους κατασκόπους. Για τον λόγο αυτό, οι Γάλλοι συνέλαβαν και εκτέλεσαν 400 Ρώσους, ως υπόπτους για την πυρκαγιά. Τέλος, υπάρχει και μία τρίτη εκδοχή, σύμφωνα με την οποία η πυρκαγιά προκλήθηκε από τους ίδιους τους Γάλλους, καθώς όταν μπήκαν στην πόλη επικράτησαν χάος και πανδαιμόνιο. Συζητώντας με τους στρατηγούς του, ο Βοναπάρτης ανέφερε ότι σχεδίαζε να επιτεθεί στην Πετρούπολη, την πρωτεύουσα της Ρωσίας. Ο Αλέξανδρος που έμαθε αυτό το γεγονός θορυβήθηκε.
Ωστόσο τρεις φορές που ο Ναπολέων επιχείρησε να συνάψει ειρήνη μαζί του, ο τσάρος αρνήθηκε. Τα γαλλικά στρατεύματα, την ίδια ώρα που ο Ναπολέων βρισκόταν σε αμηχανία συνέχιζαν τις μάχες σε άλλες περιοχές της Ρωσίας. Ωστόσο, η ρωσική αντίσταση, από τον λαό και τους πολιτοφύλακες ήταν λυσσαλέα. Ο Ναπολέων δεν είχε σαφές σχέδιο για το τι θα κάνει και το πού θα διαχειμάσει. Μην έχοντας βρει λύση στα σοβαρά αυτά προβλήματα αποφάσισε την επιστροφή της «Μεγάλης Στρατιάς» (που είχε γίνει πλέον… «Μεσαία Στρατιά») στη Γαλλία. Φυσικά, δεν επρόκειτο για περίπατο. Οι δύσκολες καιρικές συνθήκες, οι επιθέσεις του ρωσικού στρατού και των ανταρτών και πολλά απρόοπτα είχαν σαν αποτέλεσμα τον αποδεκατισμό του γαλλικού στρατού.
Από τη Μόσχα, στον ποταμό Μπερέζινα
Στις 19 Οκτωβρίου 1812, ο Ναπολέων με 110.000 στρατιώτες έφυγαν από τη Μόσχα, ακολουθώντας τον παλαιό δρόμο της Καλούγκα. Στόχος του ήταν να φτάσει στο Σμολένσκ. Ο Κουτούζοφ παρέταξε τον στρατό του στο Ταρούτινο εμποδίζοντας τις κινήσεις του Βοναπάρτη. Τελικά, οι δύο στρατοί «συναντήθηκαν» στο Μαγιαροσλάβετς. Η πόλη άλλαξε «κάτοχο» οκτώ φορές! Την 1η Νοεμβρίου 1812 ο Ναπολέοντας πέρασε από τη Βιάζμα , όπου δέχτηκε επίθεση των Ρώσων. Στις 5/11, τα γαλλικά στρατεύματα μπήκαν στο Σμολένσκ. Εκεί όμως δεν βρήκε την αναμενόμενη ποσότητα τροφίμων. Στις 9/11, Ρώσοι αντάρτες επιτέθηκαν στις δυνάμεις του Στρατηγού Ζαν Πιέρ Οζερό και τις διέλυσαν (μάχη του Λιάχοβο). Στις 14 Νοεμβρίου, ο Ναπολέων με τους άνδρες του αναχώρησαν από το Σμολένσκ.
Η μάχη του Σμολένσκ, στις 17 Αυγούστου 1812
Η μάχη του Μαγιαροσλάβετς, πίνακας του Πέτερ φον Ες
Στις 15 και 16/11 όμως υποχρεώθηκαν να συγκρουστούν εκ νέου με ρωσικά στρατεύματα στο Κράσνι. Οι Γάλλοι κατάφεραν να περάσουν, ωστόσο έχασαν πολλούς στρατιώτες και ένα μεγάλο μέρος του Πυροβολικού. Ο Ρώσος Ναύαρχος Τσιτσαγκόφ κατέλαβε το Μινσκ και το Μπορίσοφ, όπου ο Ναπολέοντας σκόπευε να φτάσει μέσω του ποταμού Μπερέζινα (σήμερα ανήκει στη Λευκορωσία). Ο Στρατάρχης Ουντινό ανάγκασε τον Τσιτσαγκόφ να υποχωρήσει στη δυτική όχθη του Μπερέζινα. Όμως, ο Ρώσος Ναύαρχος (πίστευε ότι) είχε υπό έλεγχο όλα τα πιθανά σημεία απ’ όπου οι Γάλλοι θα μπορούσαν να περάσουν τον Μπερέζινα. Στον ποταμό έφτασε στις 24 Νοεμβρίου 1812 ο Βοναπάρτης ξεφεύγοντας από τις δυνάμεις των Βίτγκενσταϊν και Κουτούζοφ.
Η διάβαση του ποταμού Μπερέζινα – Ένα σημαντικό κατόρθωμα του Ναπολέοντα
Στις 25 Νοεμβρίου, ο Βοναπάρτης κατάφερε με ευφυείς ελιγμούς να στρέψει την προσοχή του Τσιτσαγκόφ στο Μπορίσοφ και νότια της πόλης. Ο Τσιτσαγκόφ θεωρούσε ότι ο Ναπολέοντας σκόπευε να μεταφέρει τον στρατό του εκεί και μετά να κινηθεί προς το Μινσκ, για να ενωθεί αργότερα με τα αυστριακά σώματα. Την ίδια στιγμή, οι Γάλλοι έφτιαξαν 2 γέφυρες στα βόρεια του Μπορίσοφ ,στις 26-27 Νοεμβρίου, ο Ναπολεόντας πέρασε από αυτές και βρέθηκε στη δυτική όχθη του ποταμού Μπερέζινα.
Η κατασκευή των γεφυρών στον παγωμένο ποταμό Μπερέζινα
Όταν κατάλαβε το λάθος του, ο Τσιτσαγκόφ επιτέθηκε ανεπιτυχώς στον στρατό του Ναπολέοντα στις 28 Νοεμβρίου, στη δυτική (δεξιά) όχθη. Στην αριστερή όχθη, η γαλλική οπισθοφυλακή, η οποία προστάτευε τη μεταφορά των στρατιωτών, δέχτηκε επίθεση από το σώμα του στρατηγού Βίτγκενσταϊν. Η κύρια στρατιά του Αρχιστράτηγου Κουτούζοφ βρισκόταν αρκετά πίσω. Ο Ναπολέοντας διέταξε να καούν οι γέφυρες, στις 29 Νοεμβρίου, χωρίς να περιμένει το μεγάλο πλήθος των τραυματισμένων και παγωμένων Γάλλων στρατιωτών και πολιτών, οι οποίοι δεν είχαν κανένα όπλο στην κατοχή τους. Κύριο αποτέλεσμα της μάχης του Μπερέζινα ήταν η αποφυγή της απόλυτης διάλυσης του γαλλικού στρατού από τον ρωσικό στρατό. Στις αναμνήσεις των Γάλλων, η μάχη του Μπερέζινα αποτελεί ένα από τα σπουδαιότερα γεγονότα μαζί με τη μάχη του Μποροντίνο.
Έχοντας χάσει 21 χιλιάδες άνδρες, ο Ναπολέοντας, με 9 χιλιάδες στρατιώτες, κινήθηκε στο Βίλνο και ενώθηκε με τα γαλλικά σώματα, τα οποία πολεμούσαν σε άλλες κατευθύνσεις. Ο στρατός συνοδευόταν από μεγάλο πλήθος ανθρώπων που δεν μπορούσαν να πολεμήσουν - οι περισσότεροι ήταν στρατιώτες από συμμαχικά κράτη που έχασαν τα όπλα τους. Στις 6 Δεκεμβρίου, ο Ναπολέοντας άφησε τη διοίκηση του στρατού στους Στρατάρχες Μιρά και Νέι και επέστρεψε στο Παρίσι για να συγκεντρώσει νέες δυνάμεις.
Μεγάλο μέρος όμως της αναμφισβήτητης αυτής επιτυχίας του Ναπολέοντα οφείλεται στους Ολλανδούς μηχανικούς που μέσα σε εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες, σε ελάχιστο χρονικό διάστημα κατασκεύασαν τις γέφυρες στον Μπερέζινα. Πώς όμως έγινε αυτό;
Η Μεγάλη Στρατιά διασχίζει τον Δνείπερο, τον Αύγουστο του 1812
Ο Γάλλος Στρατηγός Εμπλέ, επικεφαλής της γεφυροποιίας, έριξε στη μάχη ένα Ολλανδικό τάγμα μηχανικού κατασκευάζοντας δύο ξύλινες γέφυρες στη Στουντιένκα στις 25 Νοεμβρίου. Οι Ολλανδοί εργάστηκαν ακούραστα, για 20 ώρες βουτηγμένοι μέχρι το λαιμό μέσα στα παγωμένα νερά, και ολοκλήρωσαν τις εργασίες γεφυρώνοντας το πλάτους 90 μέτρων ποτάμι. Ελάχιστοι από αυτούς τους 400 περίπου άνδρες επέζησαν. Στο μεταξύ το ΙΧ(ένατο) Γαλλικό Σώμα του στρατάρχη Βικτόρ έφτασε από τα βόρεια και δημιούργησε μια προστατευτική περίμετρο γύρω από τη Στουντιένκα, για να διευκολύνει τη διαφυγή του κυρίως σώματος της στρατιάς. Το απόγευμα της 26ης Νοεμβρίου, το σώμα του Ουντινό πέρασε τον Μπερέζινα και εξασφάλισε προγεφύρωμα, ακολουθούμενο από τις πιο πειθαρχημένες μονάδες του κυρίως σώματος την επομένη.
Οι απώλειες Γάλλων και Ρώσων
Ο Καρλ φον Κλαούζεβιτς υποστηρίζει ότι η «Μεγάλη Στρατιά» του Ναπολέοντα αποτελείτο από 610.000 άνδρες. Ο Πρώσος αξιωματικός Γκανς Γιάκοφ φον Αούερσβαλντ υπολογίζει ότι στην Ανατολική Πρωσία πέρασαν επιστρέφοντας περίπου 32.500 αξιωματικοί και στρατιώτες (255 Στρατηγοί, 5.111 αξιωματικοί και 26.950 στρατιώτες κατώτερων βαθμίδων). Ο Ναπολέοντας έχασε στη Ρωσία περίπου 580.000 άνδρες. Μάλιστα, η αυτοκρατορική φρουρά σχεδόν διαλύθηκε. Από τους 47.000 άνδρες της επέστρεψαν στη Γαλλία μόνο μερικές εκατοντάδες. Σημαντικές ήταν και οι απώλειες των Ρώσων, σε καμία περίπτωση όμως δεν συγκρίνονται με αυτές των Γάλλων. Υπολογίζεται ότι οι Ρώσοι έχασαν 210.000 στρατιώτες και πολιτοφύλακες.
Διασχίζοντας τον Μπερέζινα
Μπερέζινα: η «εμφάνιση» του Ιωάννη Καποδίστρια στο διπλωματικό προσκήνιο Ο πόλεμος Γαλλίας – Ρωσίας έδωσε τη δυνατότητα στον Ιωάννη Καποδίστρια να δείξει τις διπλωματικές του ικανότητες. Από την Πετρούπολη όπου βρισκόταν στάλθηκε στη Βιέννη, στην πρεσβεία της Ρωσίας, ως ακόλουθος. Έμεινε εκεί από τις αρχές Οκτωβρίου 1811 ως τα τέλη του Μαΐου 1812. Στις 15/5/1812 έλαβε διαταγή από τον κόμη Ρουμιάντσεφ να μεταβεί αμέσως στο Βουκουρέστι και ν’ αναλάβει υπηρεσία κάτω από τις διαταγές του Διοικητή της Στρατιάς του Δούναβη Κουτούζοφ. Σε επιστολή του από το Βουκουρέστι, όπου έφτασε την 1η Ιουνίου 1812 έγραφε ότι τον ζήτησε για διευθυντή του διπλωματικού του γραφείου, ο Ναύαρχος Τσιτσαγκόφ. Σε υπόμνημά του όμως το 1826, αναφέρει ότι του δόθηκε να μελετήσει ένα σχέδιο εξέγερσης των Τιρολέζων, των Σλοβένων, των Κροατών και των Μαυροβουνίων εναντίον των Γάλλων και πώς θα μπορούσε να συνδράμει σε αυτό η Στρατιά του Δούναβη. Ο Καποδίστριας χαρακτήριζε παράτολμο το σχέδιο, όμως έκανε παρατηρήσεις για το πώς θα μπορούσε να υλοποιηθεί… Ο τσάρος που το μελέτησε εντυπωσιάστηκε. Ο Καποδίστριας πήγε στο Βουκουρέστι, όπου έμενε σε σπίτι δίπλα στον Τσιτσαγκόφ. Σύντομα πήρε προαγωγή στον τέταρτο βαθμό (αντίστοιχο με αυτόν του Υποστράτηγου ή του Υποναύαρχου). Αρχικά, ασχολήθηκε με τη χάραξη νέων δρόμων στην πολιτική της Ρωσίας απέναντι στους Οθωμανούς. Είχε ενεργό συμμετοχή στη μάχη του Μπερέζινα.
Ιωάννης Καποδίστριας
Στο υπόμνημά του, το 1826 γράφει μόνο ότι ανέλαβε να διαφωτίσει την ευρωπαϊκή κοινή γνώμη για τα τεκταινόμενα. Φαίνεται όμως, ότι οργάνωσε ένα δίκτυο κατασκοπείας των Ρώσων, στις τάξεις των γαλλικών δυνάμεων. Πάντως, η διαφυγή του Βοναπάρτη από τον Μπερέζινα κατέστρεψε την πολιτική και στρατιωτική καριέρα του Τσιτσαγκόφ, ενώ είναι γνωστή η μετέπειτα πορεία του Καποδίστρια (Πηγή: Γρηγόριος Δαφνής, «ΙΩΑΝΝΗΣ Α. ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ, Η γένεση του ελληνικού κράτους», Β’ Έκδοση, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΑΚΤΟΣ 2018).
Η παταγώδης αποτυχία της εκστρατείας του Ναπολέοντα στη Ρωσία ενθάρρυνε τους ευρωπαϊκούς λαούς να ξεσηκωθούν εναντίον του. Αλλά και εντός της Γαλλίας υπήρχε πλέον μεγάλη δυσαρέσκεια. Ο Βοναπάρτης δεν παραδειγματίστηκε από το πάθημα του Καρόλου της Σουηδίας, ο οποίος το 1708 αντιμετωπίστηκε από τον τσάρο Πέτρο με την τακτική της «καμένης γης». Ούτε και ο Χίτλερ, 130 χρόνια μετά του Ναπολέοντα έκανε ό,τι έπρεπε στην, τότε, ΕΣΣΔ. Τελικά, φαίνεται ότι η ρήση που αποδίδεται, καθώς είναι καταγεγραμμένη, στον Βρετανό Στρατάρχη Μπέρναρντ Μοντγκόμερι ότι: στη Ρωσία μπαίνεις εύκολα (ανοιχτά σύνορα, αχανής χώρα), αλλά βγαίνεις δύσκολα (τεράστιες αποστάσεις, έλλειψη υποδομών, βαρύς ρωσικός χειμώνας και τακτική της «καμένης γης» που εξαντλούν τις εφοδιοπομπές των εισβολέων), αποδίδει με ακρίβεια την πραγματικότητα…
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου